Τύμβος Καστά, Αλεξάνδρεια και Δεινοκράτης

(20-1-2016)

Η υπόθεση πως ο Δεινοκράτης είναι ο αρχιτέκτονας του τύμβου Καστά διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο συνέδριο για το Αρχαιολογικό Έργο στη Μακεδονία και τη Θράκη (ΑΕΜΘ) το Μάρτιο του 2013. Η αναλυτική τεκμηρίωση για την υπόθεση αυτή δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια. Από τα ελάχιστα που έχουμε ακούσει για το θέμα είναι πως:


α) Ο τύμβος Καστά και η Αλεξάνδρεια έχουν κοινά αρχιτεκτονικά στοιχεία.

β) Η διάμετρος του τύμβου Καστά (158.4 μ) είναι 100 φορές μικρότερη του μήκους των τειχών της Αλεξάνδρειας της Αιγύπτου (15.84 χλμ.)


Αν οι ανασκαφείς είναι σωστοί στις παραπάνω υποθέσεις τους, η σύνδεση με το Δεινοκράτη προκύπτει καθώς αυτός θεωρείται ο βασικός σχεδιαστής της αλεξανδρινής πολεοδομίας και ένας από τους ελάχιστους γνωστούς σε εμάς αρχιτέκτονες του τελευταίου τετάρτου του 4ου π.Χ. αιώνα που θα μπορούσε να οραματιστεί και να υλοποιήσει ένα τόσο σημαντικο έργο όπως ο τύμβος Καστά. 

Στην προσπάθειά μας να καταλάβουμε απο πού προκύπτουν οι παραπάνω υποθέσεις καταλήξαμε στο ότι αν κοινός παρανομαστής τύμβου Καστά – Αλεξάνδρειας όντως υπάρχει, αυτός ίσως είναι ο αιγυπτιακός πήχυς (0.523-0.529 μ.) η χρήση του οποίου ίσως λήφθηκε υπόψην στο σχεδιασμό ή/και την κατασκεύη τόσο του τύμβου Καστά όσο και της Αλεξάνδρειας. Όσον αφορά τα τείχη της Αλεξάνδρειας, πιστεύουμε πως o συσχετισμός των αριθμών που έχει παρουσιαστεί είναι συμπτωματικός. Πιθανές ενστάσεις για τις παραπάνω υποθέσεις αλλα και μερικά πρώιμα συμπεράσματα για τη σύνδεση Καστά – Αλεξάνδρειας και Δεινοκράτη θα παρουσιαστούν στο τέλος του κειμένου. 

ΣΥΝΤΟΜΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Η Αλεξάνδρεια, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Αιγύπτου σήμερα, απέχει περίπου 220 χλμ. από το Κάιρο (εικόνα από Google Maps). Βρίσκεται στις δυτικές εκβολές του ποταμού Νείλου και στα βόρεια παράλια της Αιγύπτου που βρέχονται από τη Μεσόγειο θάλασσα, μεταξύ της λίμνης Μαρεώτιδας στα νότια, και της νήσου Φάρος στο βορρά. Ιδρύθηκε από το Μέγα Αλέξανδρο το 332-331 π.Χ. αν και αρχαιολογικές έρευνες και ιστορικές αναφορές υποδεικνύουν πως στην περιοχή προϋπήρχε μικρός οικισμός που στις πηγές αναφέρεται ως «Ρακώτης».

map

Εικόνα 1: Η μορφολογία στην περιοχή της αρχαίας Αλεξάνδρειας σήμερα. Με κόκκινο το ίχνος της ακτής κατά τους αρχαίους χρόνους.


Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου, η Αλεξάνδρεια έγινε η πρωτεύουσα του πτολεμαϊκού βασιλείου και εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο, κατά πολλούς το διαμάντι του ελληνιστικού κόσμου.
Η ιστορία της πόλης είναι γεμάτη από πολέμους, εσωτερικές αναταραχές, εγκατάλειψη αλλά και φυσικές καταστροφές. Το αποτέλεσμα είναι η αρχαία Αλεξάνδρεια να έχει κυριολεκτικά ισοπεδωθεί και, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ό,τι έχει μείνει από την πτολεμαϊκή περίοδο βρίσκεται πλέον πολλά μέτρα κάτω από το επίπεδο της σύγχρονης μεγαλούπόλης ή τη θάλασσα. Ωστόσο, χάρη σε συστηματική μελέτη, ανασκαφές και ιστορικές αναφορές, η εικόνα που έχουμε για την πτολεμαϊκή Αλεξάνδρεια είναι αρκετά πιο πλήρης απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς. Αυτά που γνωρίζουμε από τις πηγές είναι πως:


α) Η πόλη ήταν χωρισμένη σε οικοδομικά τετράγωνα που περικλείονταν από δρόμους μεγάλου πλάτους

β) Οι δύο κεντρικότεροι δρόμοι τέμνονταν περίπου στο κέντρο της πόλης σε ορθή γωνία και ήταν πλατύτεροι από τους υπόλοιπους. Το πλάτος τους ήταν πάνω από ένα πλέθρον (~30.8 μέτρα). Η μία από αυτές τις οδούς που διέτρεχε την πόλη από άκρο σε άκρο και κατά τη γενική κατεύθυνση ανατολής-δύσης ονομαζόταν Κανωπική Οδός (Εικόνα 2α).

γ) Η Κανωπική οδός όριζε και τον γενικό προσανατολισμό της πόλης ο οποίος κατά τις ιστορικές αναφορές φέρεται να επιλέχθηκε ώστε οι άνεμοι να «δροσίζουν» την Αλεξάνδρεια. Πρόσφατες μελέτες υποδεικνόυν πως ο ακριβής προσανατολισμός ίσως προσδιορίζει με αστρονομικά κριτήρια την ημερομηνία γέννησης του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

δ) Η νήσος Φάρος ενωνόταν με την ηπειρωτική Αλεξάνδρεια μέσω ενός εκτενούς μώλου μήκους (περίπου;) επτά σταδίων (το Επταστάδιο).

ε) Η πόλη περικλειόταν από μεγαλειώδη τείχη συνολικού μήκους άνω των δέκα χλμ. δίνοντας της σχήμα μακεδονικής χλαμύδας

στ) Επίσης πληροφορούμαστε για τη γενική τοποθεσία και την εικόνα σημαντικών μνημείων και κτηρίων της Αλεξάνδρειας, όπως ο Φάρος, τα παλάτια, το Μουσείο, το Σεραπείο, το Σώμα (τάφος Αλέξανδρου) κ.α.


Απο την Αλεξάνδρεια που περιγράφεται στις πηγές ελάχιστα αναγνωρίζονται στην καθημερινή εικόνα της σύγχρονης πόλης (Εικόνες 2). Αρχαιολογικές μελέτες αποκάλυψαν τη θέση μερικών τοπωνυμίων, κυρίως όμως επιβεβαιώνουν πλήρως την περιγραφή του δικτύου δρόμων και την ύπαρξη των μνημειακών τειχών της πόλης που δίνονται στις πηγές επιτρέποντας την ποσοτική περιγραφή της αλεξανδρινής πολεοδομίας. Σε αυτές τις ποσοτικές περιγραφές θα αναζητήσουμε πιθανές ομοιότητες με τον τύμβο Καστά της Αμφίπολης. 

ΟΙ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΤΟΥ MAHMOUD-BEY

O Mahmoud Ahmed Hamdy, ή αλλιώς γνωστός ώς Mahmoud-Bey ή Mahmoud El Falaki (1815-1885), ήταν Άραβας μηχανικός με σπουδές και σε μαθηματικά και αστρονομία. Έφτασε στην Αλεξάνδρεια το 1867 μετά από εντολές του Ναπολέοντα Βοναπάρτη να δημιουργήσει ένα χάρτη της αρχαίας Αλεξάνδρειας, τον οποίο ο Ναπολέων θα χρησιμοποιούσε για το βιβλίο του «Histoire de Jules César». Την εποχή αυτή η ερειπωμένη στο μεγαλύτερο μέρος της Αλεξάνδρεια έμοιαζε με βομβαρδισμένο τοπίο, τόσο από τις πρόσφατες πολεμικές επιχειρήσεις Γάλλων και Βρετανών, όσο και από την εγκατάλειψη και τη λιθολόγηση αρχαίου υλικού. Με τη βοήθεια του αντιβασιλέα της Αιγύπτου, ο Mahmoud Bey προσέλαβε δεκάδες εργάτες και πραγματοποίησε πάνω από 200 αρχαιολογικές τομές σε όλη την πόλη πρωτού αυτή εξαφανιστεί κάτω από μοντέρνα κτίρια. Οι μελέτες και τα συμπεράσματά του δεν περιορίστηκαν σε ανασκαφικές τομές αλλά και σε πληροφορίες από κατοίκους της πόλης και σε διεξοδική μελέτη των πηγών. Η αναλυτική μελέτη του (που δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί από τα Γαλλικά) φέρει τίτλο «Memoire Sur L’Antique Alexandrie» και δημοσιεύτηκε το 1872. Τα συνολικά αποτελέσματα της μελέτης αποτυπώνονται στον παρακάτω χάρτη.

Alexandria

Εικόνα 3: Χάρτης της αρχαίας Αλεξάνδρειας (ρωμαϊκή εποχή) από τις ανασκαφές του Mahmoud Bey. Σημειώνονται το δίκτυο δρόμων, τα τείχη, σημειά ανασκαφών (π.χ. λατινικά γράμματα κατά μήκος των τειχών) και εκτιμήσεις για θέσεις τοπωνυμίων που αναφέρονται στην ιστορική γραμματεία.

Τα βασικά αποτελέσματα της μελέτης ήταν τα εξής:


α) Αποκαλύφθηκε το δίκτυο δρόμων της Αλεξάνδρειας, η μορφή του οποίου ήταν συναφής με τις σχετικές αναφορές στις ιστορικές πηγές.

β) Δύο από τις οδούς εντοπίστηκαν να έχουν πλάτος διπλάσιο (14 μ.) από τις υπόλοιπες (7 μ.). Η πλατύτερη οδός κατά την γενική διέυθυνση ανατολής-δύσης αναγνωρίστηκε ως η Κανωπική οδός. Η δεύτερη οδός διασταυρωνόταν κάθετα με την Κανωπική οδό και είχε το βόρειο όριο της στο ακρωτήρι Λοχίας (Άκρα Λοχίας – Lochias Peninsula). Εκεί ήταν ο χώρος των εσωτερικών (ενδότερων) ανακτόρων. Η γενική περιοχή των ανακτόρων εκτεινόταν νοτίως από το ακρωτήρι μέχρι και την Κανωπική οδό. Σε πολλούς από τους κεντρικούς δρόμους υπήρχαν ακόμη οι γρανιτένιες κολώνες (ή απομεινάρια τους) που τους περιέκλειαν στην αρχαιότητα όπως περιγράφεται στις πηγές (Εικόνες 4, 5).

Εικόνα 4: Λεπτομέρεια του χάρτη της αρχαίας Αλεξάνδρειας από τον Η. Kiepert που δείχνει λεπτομέριες από χαμένες σημειώσεις του Mahmoud Bey. Oι μικρές κάθετες γραμμές κατά μήκος των δρόμων υποδεικνόυν περιοχές που ο Mahmoud Bey εντόπισε λιθόστρωση και οι τελείες σημεία που βρέθηκαν γρανιτένιες κολώνες ή ίχνη τους. Οι σχετικές λεπτομέριες διακρινονται αν ανοιχτεί η εικόνα σε μεγαλύτερο παράθυρο.

Εικόνα 4: Λεπτομέρεια του χάρτη της αρχαίας Αλεξάνδρειας από τον Η. Kiepert που δείχνει λεπτομέριες από χαμένες σημειώσεις του Mahmoud Bey. Oι μικρές κάθετες γραμμές κατά μήκος των δρόμων υποδεικνόυν περιοχές που ο Mahmoud Bey εντόπισε λιθόστρωση και οι τελείες σημεία που βρέθηκαν γρανιτένιες κολώνες ή ίχνη τους. Οι σχετικές λεπτομέριες διακρινονται αν ανοιχτεί η εικόνα σε μεγαλύτερο παράθυρο.

γ) Η Κανωπική οδός ονομάστηκε συμβατικά L1. Bορεια αυτής υπήρχαν οι L2, L3 (…) και νότια οι L’2, L’3 (…). Ο κεντρικός δρόμος που έτεμνε κάθετα την Κανωπική οδό ονομάστηκε R1. Δυτικά αυτού οι δρόμοι ονομάστηκαν R2, R3 (…) ενώ ανατολικά R2bis, R3bis (…). H σύμβαση αυτή χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα.

mayerattarine

Εικόνα 5: Η Κανωπική οδός (κοντά στη συμβολή της με το δρόμο R6), όπως ήταν το 18ο αιώνα, με μερικές από τις γρανιτένιες κολώνες της ρωμαϊκής ή πτολεμαϊκής περιόδου να στέκουν ακόμα.

δ) Τα οικοδομικά τετράγωνα που ορίζονταν από το δίκτυο δρόμων είχαν κατά κανόνα διαστάσεις όπως φαίνεται στο παρακάτω σχήμα. Η πλευρά A ήταν 330 μ, οι κάθετες πλευρές είχαν διαφορετικό μήκος ανάλογα με το αν το διαμέρισμα στο οποίο ανήκαν εφαπτόταν στην Κανωπική οδό (Β=294 μ, C=278 m). (Εικόνα 6). Το μήκος των 330 μέτρων εντοπίστηκε σε 12 διαμερίσματα.

Alex_plan

Εικόνα 6: Απλοποιημένο σχεδιάγραμμα του δικτύου δρόμων της Αλεξάνδρειας με τις διαστάσεις που προέκυψαν από τις μετρήσεις του Mahmoud Bey. Οι αποστάσεις δίνονται μεταξύ των κεντρικών αξόνων των δρόμων.

ε) Μερικά από τα οικοδομικά τετράγωνα υποδιαιρούνταν απο ενδιάμεσες οδούς, όχι απαραίτητα στο μέσο τους

στ) O Mahmoud Bey υπέθεσε πως το μέγεθος των οικοδομικών διαμερισμάτων θα επρεπε να είχε έκταση ενος σταδίου που θα επρεπε να είναι ίσο περίπου με το στάδιο που χρησιμοποιείται στον ελλαδικό χώρο. Επειδή όμως τα 330 μ. διέφεραν πολύ από το «γνωστό στάδιο», διαίρεσε αυτό το μήκος δια του δύο, με λίγα λόγια όρισε το αλεξανδρινό στάδιο στα 165 μ., περίπου 10-15 μέτρα μικρότερο από το τυπικό στάδιο των ελληνιστικών χρόνων σε πόλεις του ελλάδικού χώρου. 

ζ) Εντοπίστηκαν ίχνη των τειχών της Αλεξάνδρειας και εκτιμήθηκε το μήκος τους ίσο με 96 στάδια. Με το αλεξανδρινό στάδιο στα 165 μ. το μήκος σε μέτρα είναι 15840 μ. (ή 15.84 χλμ).

η) Οι ανασκαφικές τομές έφτασαν μέχρι το ρωμαικό στρώμα και συνεπώς η δομή της πόλης που αναδείχθηκε, αντιστοιχεί στον 1ο π.Χ. αιώνα ή μεταγενέστερα.


Οι μελέτες και τα αποτελέσματα του Mahmoud Bey για την αστική τοπογραφία της Αλεξάνδρειας επιβεβαιώθηκαν σε σημαντικό ποσοστό από μεταγενέστερες μελέτες. Το σημαντικότερο ίσως «σφάλμα» των εκτιμήσεών του αφορά το Επταστάδιο για το οποίο σχετικά πρόσφατες γεωφυσικες διασκοπήσεις έδειξαν πως ήταν τμήμα του δικτύου δρόμων της πόλης, στην ουσια η επεκταση προς το βορρά του δρόμου R9 (Εικόνες 7α, β).

Μεταγενέστερες μελέτες και ανασκαφές καθοδηγούμενες από το χάρτη του Mahmoud Bey έδωσαν πολλές ακόμα πληροφορίες από τις οποίες για εμάς σημαντικές είναι:


α) Μέρος του ρωμαϊκού δικτύου δρόμων που εντοπίστηκε εδραζόταν ακριβώς πάνω στο ίδιο δίκτυο της πτολεμαϊκής εποχής και οι μετρήσεις αποστάσεων του Mahmoud Bey επαληθεύτηκαν. Συνεπώς ο χάρτης του Mahmoud Bey είναι και ενδεικτικός για το πώς ήταν οργανωμένη και η πτολεμαϊκή πόλη. 

β) Οι δρόμοι είχαν αρχικά μεγαλύτερο πλάτος από αυτό που μέτρησε ο Mahmoud Bey το οποίο μειωνόταν σταδιακά με τα χρόνια καθώς κτίρια χτίζονταν κατά μήκος τους. To πλάτος αυτό ήταν τουλάχιστον 15 μέτρα για τους μη κεντρικούς δρόμους (όπως βρέθηκε για τον R3), οπότε μπορούμε να υποθέσουμε πως η Κανωπική Οδός και ο L1 είχαν το διπλάσιο εύρος, τουλάχιστον 30 μέτρα σε απόλυτη συνάφεια με την αναφορά του Στράβωνα. 

γ) Επειδή οι μετρήσεις των οικοδομικών τετραγώνων γίνονταν μεταξύ των κεντρικών αξόνων των παράλληλων δρόμων, οι διαστάσεις των διαμερισμάτων στα οποία γινόταν οικοδόμηση προκύπτει αν αφαιρεθεί το εκτιμώμενο πλατος των δρόμων της πτολεμαϊκής περιόδου. Οι διαστάσεις των χώρων οικοδόμησης ήταν το πολυ 315 μ, 271.5μ. και 263 μ. αντίστοίχως.

δ) Εντοπίστηκαν πτολεμαϊκά νεκροταφεία που έδωσαν ενδείξεις για την πιθανή θέση των τειχών της πόλης στην αρχική της φάση. 


181807

Εικόνα 8: Ανασκαφή ρωμαικού δρόμου της Αλεξάνδρειας. Το ίχνος του αντίστοιχου πτολεμαικού διακρίνεται ως μια άσπρη ταινία μόλις λίγα μέτρα πιο κάτω στις στρωματώσεις του υπεδάφους.

ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΣΕ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΚΑΙ ΤΥΜΒΟ ΚΑΣΤΑ

Η λογική βάσει της οποίας ο αρχιτέκτονας της Αλεξάνδρειας επέλεξε τα μεγέθη των οικοδομικών διαμερισμάτων δεν έχει κάποια κοινά αποδεκτή ερμηνεία εώς και σήμερα. Σε βιβλίο της καθηγήτριας Judith Mckenzie για την αρχιτεκτονική της Αλεξάνδρειας διαβάζουμε πως λύση ίσως δίνεται αν υποθέσουμε πως βάση για τους υπολογισμούς και για το σχεδιασμό της πόλης ήταν κάποια αιγυπτιακή μονάδα μέτρησης. Συγκεκριμένα αναφέρεται ο αιγυπτιακός πήχυς η τυπική τιμή του οποίου είναι περίπου ίση με 0.525 μ., αν και βιβλιογραφικές πηγές δίνουν πως αυτή κειμένεται από 0.523 μ. εώς και 0.529 μ. Οι λόγοι πίσω από την υπόθεση χρήσης του αιγυπτιακού πήχυ έιναι:


α) Αλλες πτολεμαικες πόλεις της Αιγύπτου που χτίστηκαν μέχρι και την εποχή του Πτολεμαίου Φιλάδελφου (κατά τη διάρκεια της θητείας του οποίου πέθανε ο Δεινοκράτης) σχεδιάστηκαν βάσει του αιγυπτιακού πηχη.

β) Το εμβαδό τριών οικοδομικών τετραγώνων της Αλεξάνδρειας προσεγγίζει με πολύ καλή ακρίβεια εμβαδό ισο με 100 φορές αυτό τετράγωνου 52.5 μ (100 φορές τον πήχυ) σε καθε πλευρα. Αυτό ίσχυει για τα οικοδομικα τετράγωνα 330 μ. x 278 μ., οχι τα 330 μ. χ 294 μ.


Ένας επιπλέον λόγος, που δε διατυπώνεται πάντως στην παραπάνω πηγή, είναι ίσως πως ο ορισμός του αλεξανδρινού σταδίου στα 165 μ. από τον Mahmοud Bey μοιάζει κάπως αυθαίρετος και δεν υπάρχει κάποια λογική υπόθεση που θα δικαιολογούσε τέτοια διαφοροποίηση από το τυπικό ελληνικό στάδιο. Αντιθέτως, εναλλακτικές τιμές που έχουν προταθεί για το αλεξανδρινό στάδιο μπορεί να προκύψουν από τον αιγυπτιακό πύχη, όπως θα εξηγήσουμε παρακάτω.

Σε αυτό το σημείο κάνουμε την παρατήρηση πως ως γενικός κανόνας σε παρόμοιες διερευνήσεις φαίνεται να είναι η αναζήτηση απλών σχέσεων μεταξύ θεμελιωδών μεγεθών από τις οποίες να προκύπτει κάποιος ακέραιος καθαρός αριθμός. Ακολουθώντας αυτή τη λογική, αναζητήσαμε μήπως κάποιες απο τις μετρήσεις σε Αλεξάνδρεια και Καστά οργανώνονται αν θεωρήσουμε πως ο αιγυπτιακός πήχυς είναι 0.528 μ. αντί για 0.525 μ (τιμή εντός του επιτρεπόμενου εύρους). Και αυτό γιατί η ανασκαφική ομάδα δίνει το ύψος του λέοντα ίσο με 5.28 μ. Σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε πως:


Στην Αλεξάνδρεια

α) Το κοινό μήκος των διαμερισμάτων της Αλεξάνδρειας (330 μ.) είναι ίσο ακριβώς με 625 πήχεις

β) Η διαφορά μήκους που μετρήθηκε στους δυο τύπους διαμερισμάτων κατά βορρά-δύση είναι ίση με (294 – 278) μ. = 16 μ., αρκετά κοντά στα 15.84 μ. που είναι το ένα δέκατο της διαμέτρου του Καστά. Τα 15.84 μ. δίνουν ακέραιο πολλαπλάσιο αν διαιρεθούν με 0.528 μ. (=30). 

γ) Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο Στραβων υπονοεί πως η Κανωπικη οδός ειχε πλάτος (λίγο;) πάνω από ένα πλέθρο (30.8 μετρα), που είναι κοντά στο διπλάσιο των 15.84 μέτρων, δηλαδή 31.68 μ. Οι άλλες οδοί ίσως είχαν το μισό μέγεθος (15.84 μ.). Η λύση αυτή είναι υποθετική αλλά αρκετά κοντινή στις αρχαιολογικές παρατηρήσεις και εντός της ακρίβειας των μετρήσεων που είναι διαθέσιμες ενώ είναι συναφής και με τις πηγές. Θα σήμαινε επίσης πως κατά τη διεύθυνση ανατολής-δύσης, τόσο οι χώροι οικοδόμησης, οι δρόμοι αλλά και το άθροισμα των μηκών τους (330 μ.) θα ήταν ακέραια πολλαπλάσια του αιγυπτιακού πήχη.

δ) Άλλα μεγέθη στην αρχιτεκτονική της Αλεξάνδρειας ίσως προκύπτουν από το τυπικό μήκος Α και αιγυπτιακό πήχυ των 0.528 μ. Για παράδειγμα, το χαρακτηριστικό μήκος του πτολεμαϊκού Σεραπείου ήταν 27.5 μ., δηλαδή ακριβώς 12 φορές μικρότερο της διάστασης Α, και ίσο με περίπου 52 πήχεις, με μέτρια όμως ακρίβεια (52.08 η ακριβής τιμή).

Σχεδιάγραμμα του συγκροτήματος που περιελάμβανε το πτολεμαϊκό Σεραπείο. Η πλευρα το μήκος της οποίας σημείωνεται με "a" είναι 27.50 μ.

Εικόνα 9: Σχεδιάγραμμα του συγκροτήματος που περιελάμβανε το πτολεμαϊκό Σεραπείο. Η πλευρα το μήκος της οποίας σημείωνεται με «a» είναι 27.50 μ.

Στον τύμβο Καστά

α) Το ύψος του λέοντα είναι ίσο με 10 πήχεις

β) Η διάμετρος του περιβόλου είναι ίση με 158.4 μέτρα ή 300 πήχεις30 φορές το ύψος του λέοντα)

γ)  To ύψος του τύμβου, μετρούμενο από την κορυφή του περιβόλου (υψόμετρο 82.7 μ.) μέχρι και το ανώτερο τμήμα του θαμμένου θεμελίου που ανέσκαψε ο Λαζαρίδης στην κορυφή του Καστά (υψόμετρο περίπου 109-110 μ.) είναι ίσο με 49.8 – 51.7 πήχεις. Η εκτίμηση της ανασκαφικής ομάδας είναι πως ειναι ακριβώς ίσο με 50 πήχεις5 φορές το ύψος του λέοντα).


Απλοί συσχετισμοί σαν τους παραπάνω ισχύουν με ικανοποιητική ακρίβεια ακόμα και αν λάβουμε υπόψην την αβεβαιότητα που έχουν ορισμένες από τις παραπάνω μετρήσεις και την ακρίβεια μετρήσεων και κατασκευών που θα ήταν εφικτή τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. όταν σχεδιάστηκαν η Αλεξάνδρεια και ο τύμβος Καστά.

Αναλόγως με την τιμή του πήχυ που θα επιλέξουμε από το εύρος 0.523 – 0.529 μ., κάποιες λύσεις για την οργάνωση των μετρήσεων στην Αλεξάνδρεια μπορεί να δουλεύουν καλύτερα από άλλες, χωρίς όμως οι συσχετισμοί με τον τύμβο Καστά να αλλοιώνονται σημαντικά. Για παράδειγμα:


α) Όπως σημειώνεται στην πηγή (1), αν χρησιμοποιήσουμε την τυπική τιμή του αιγυπτιακού πήχυ στα 0.525 μ. (αντί για 0.528 μ.) και κάνουμε την υπόθεση πως οι δρόμοι «L» (εκτός της Κανωπικής οδού) είχαν πλάτος 15.5 μ. και οι δρόμοι «R» πλάτος 15 μ. (εκτός του R1), τότε ο χώρος οικοδόμησης των τυπικών διαμερισμάτων της Αλεξάνδρειας (330 μ. x 274 μ.) θα είχε μήκος 600ους πήχεις κατά Ανατολή-Δύση και 500ους πήχεις κατά Βορρά-Νότο.

β) Αν υιοθετήσουμε τον πήχυ στα 0.525 μ, οι συσχετισμοί με τον τύμβο Καστά δεν αλλοιώνονται σημαντικά αρκεί να υποθέσουμε πως η ανακατασκευή του λέοντα της Αμφίπολης έχει μία αβεβαιότητα μερικών εκατοστών που αφήνει περιθώρια ώστε πραγματικό ύψος του να ήταν 5.25 μ. Αυτό επιβεβαιώνεται πλήρως από τη μελέτη του Oscaar Broneer, που δίνει ύψος για το λέοντα 5.30 μ, (αντί 5.28 της ανασκαφικής ομάδας) σημειώνοντας πως μια αμελητέα αβεβαιότητα για το ύψος του λέοντα προκυπτει από το γεγονός πως το τμήμα του κεφαλιού του πάνω από τα μάτια δεν έχει βρεθεί (Εικόνα 10). Για να παραμένουν σε ισχύ τα όσα γράψαμε παραπάνω για τον τύμβο Καστά, τότε η διαμετρός του θα επρεπε να είναι 157.5 μ και το ύψος 26.25 μ., δηλαδή 90 και 15 εκατοστά διαφορά από τις τωρινές μετρήσεις/εκτιμήσεις ή μόλις 0.6% απόκλιση, νούμερο (υποθέτουμε) σαφώς ρεαλιστικό για τη φύση των παραπάνω μετρήσεων, των εκτιμήσεων, αλλά ακόμα και των κατασκευαστικών αστοχιών σε Αλεξάνδρεια και Καστά.


Όλα τα τμήματα του λέοντα που χρειάζονται για τον υπολογισμό του ύψους του έχουν βρεθεί εκτός αυτού πάνω από τα μάτια. Εξαιτίας αυτού υπάρχει μια μικρή αβεβαιότητα μερικών εκατοστών για το ακριβές ύψος του αγάλματος.

Εικόνα 10: Όλα τα τμήματα του λέοντα που χρειάζονται για τον υπολογισμό του ύψους του έχουν βρεθεί εκτός αυτού πάνω από τα μάτια. Εξαιτίας αυτού υπάρχει μια μικρή αβεβαιότητα μερικών εκατοστών για το ακριβές ύψος του αγάλματος.

Τέλος, αξίζει να εστιάσουμε στο λόγο 30:1 μεταξύ 158.4 μ και 5.28 μ. (διάμετρος Καστά, ύψος λέοντα) που συναντάμε στον Καστά και δεν είναι απίθανο να έχουμε και στην Αλεξάνδρεια (π.χ. αν δρόμοι είχαν 15.84 μ. πλάτος). Στο έργο του Πλίνιου για τη μέτρηση της περιφέρειας της Γης από τον Ερατοσθένη της Αλεξάνδρειας σημειώνεται πως 40 (αλεξανδρινά;) στάδια είναι ίσα με ένα σχοίνο (μια ακόμα μονάδα μέτρησης της αρχαίας Ελλάδας). Απο άλλες πηγές γνωρίζουμε πως ένας σχοίνος ήταν ίσος με 12000 αιγυπτιακούς πήχεις. Με λίγα λόγια η σχέση αλεξανδρινού σταδίου και αιγυπτιακού πήχη ίσως ήταν 12000:40=300:1 (10 φορές ο λόγος 30:1). 

Μήπως λοιπόν ο αρχιτέκτονας της Αλεξάνδρειας όρισε το τοπικό στάδιο ίσο με 300 φορές τον αιγυπτιακό πήχυ (δηλαδή γύρω στα 158 μ.); Ίσως αυτή η απλή σχέση σταδίου και αιγυπτιακού πήχυ να ήταν μια πρακτική λύση ώστε να μπορούν να συνεργάζονται Έλληνες και Αιγύπτιοι στην ανοικοδόμηση της Αλεξάνδρειας και της πτολεμαϊκής Αιγύπτου κατ’ επέκταση. Συμβολικά ίσως εμφανίζεται και στον τύμβο Καστά. Αν και στις περισσότερες εργασίες υποστηρίζεται πως το στάδιο που χρησιμοποιήθηκε απο τον Ερατοσθενη ήταν 185 μ., ορισμένες ανεξάρτητες μελέτες δίνουν τιμές 157.6, 158.2 και 157.8 μ. Δεν είναι συνεπώς καθόλου απίθανο το πραγματικό αλεξανδρινό στάδιο να ήταν κοντά στο εύρος των 158 μ. που χρειάζεται για να υπάρχει πιθανότητα να ισχύουν οι συλλογισμοί που παρουσιάζουμε παραπάνω.

ΗΤΑΝ ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΠΤΟΛΕΜΑΪΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ 15.84 ΧΛΜ.;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι πως δεν ξέρουμε. Όπως αναφέρθηκε και πιο πριν, τα 15.84 χλμ. των τειχών προκύπτουν από το ίχνος τους στο χάρτη του Mahmoud Bey. Για να διαγράψει ο Mahmoud Bey αυτό το ίχνος χρησιμοποίησε δεδομένα στις περιοχές του χάρτη που είναι σημειωμένες με λατινικά γράμματα A, B, C (…). Για αυτά τα σημεία είχε είτε ανασκαφικά δεδομένα που αποκάλυπταν τα ίχνη των τειχών, πληροφορίες από κατοίκους της Αλεξάνδρειας, αναφορές στις πηγές κ.α. Για άλλες περιοχές έκανε υποθέσεις, πχ. πως τα τέιχη στη νότια πλευρά της πόλης ακολουθούσαν το σχήμα της όχθης της λίμνης Μαρεώτιδος, ενώ βόρεια ακολουθούσαν το σχήμα των θαλάσσιων ακτών. Τα σημεία για τα οποία είχε δεδομένα ή έκανε υποθέσεις τα ένωνε με ευθείες γραμμές για να δημιουργήσει την περιφέρεια των τοιχών που βλέπουμε στο χάρτη του. Αυτή και μόνο η μεθοδολογία αρκεί για να καταλάβουμε πως είναι αδύνατο κάποιος να υποστηρίξει πως γνωρίζει το μήκος των τειχών της Αλεξάνδρειας με ακρίβεια μερικών δεκάδων μέτρων. Ο Mahmoud Bey σωστά έδωσε το περίγραμμα των τειχών σε μονάδες σταδίων. Θα περιμέναμε πως η αβεβαιότητα στην περίμετρο των τειχών της Αλεξάνδρειας που σχεδίασε στο χάρτη του ο Mahmoud Bey να είναι το λιγότερο ίση με μερικά στάδια, δηλαδή 0.5 – 1 χλμ.

Η αβεβαιότητα για την περίπτωση που εξετάζουμε όμως είναι μάλλον ακόμα μεγαλύτερη γιατί εμάς μας ενδιαφέρει το μήκος τειχών της πτολεμαϊκής Αλεξάνδρειας. Όπως ξεκαθάρισε ο Mahmoud Bey, οι ανασκαφές του έφεραν στο φως τη ρωμαϊκή πόλη (Εικόνα 11 δεξιά) η οποία τουλάχιστον προς τα ανατολικά ήταν πιο εκτενής σε σχέση με την πόλη των πτολεμαϊκών χρόνων (Εικόνα 11 αριστερά). Ένας από τους βασικούς λόγους είναι πως αν η θέση των ανατολικών τοιχών ήταν στο σημείο που τα ανέσκαψε ο Mahmoud Bey, τότε εκτενή πτολεμαϊκά νεκροταφεία που βρέθηκαν σε αυτό το τμήμα της πόλης (σκιασμένες περιοχές) θα ήταν εντός τους αλλά και δίπλα στο χώρο των βασιλικών ανακτόρων. Αυτο θεωρείται μάλλον απίθανο αν και όχι αδύνατο.

Άλλοι μελετητές τοποθετούν τα ανατολικά τείχη ακόμα πιο μέσα απ’ ότι φαίνεται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα, και συγκεκριμένα δίπλα στο δρόμο R1bis. Ο λόγος είναι απλός: λίγο πιο ανατολικά από τη συμβολή της Κανωπικης οδού με το δρόμο R1 υπήρχε μέχρι και πρόσφατα η λεγόμενη πύλη της Ροζέτας, που για μερικούς ταυτιζόταν με την Κανωπική πύλη, δηλαδή την ανατολική είσοδο της πόλης. Κοντά σε αυτό το σημείο σήμερα (κήποι Σαλαλάτ) συναντάμε το μοναδικό σωζόμενο δείγμα πτολεμαϊκών τειχών της πόλης (Εικόνα 12). Ήταν άραγε τα ανατολικά τείχη τόσο μέσα σε σχέση με τη θέση που υπέδειξε ο Mahmoud Bey ή που φαίνεται στην Εικόνα 11α;

Εικόνα 12: Τα πτολεμαϊκά τείχη στους κήπους Σαλλαλάτ, λίγο πιο ανατολικά από την συμβολή R1 και L1.

Εικόνα 12: Πτολεμαϊκά τείχη στους κήπους Σαλλαλάτ, λίγο πιο ανατολικά από την συμβολή R1 και L1.

Αυτό το σενάριο δε θεωρείται απίθανο αν και φαίνεται να απορρίπτεται για διάφορους λόγους. Ένας είναι η ανακάλυψη σημαντικής ταφής του 4ου ή των αρχών του 3ου π.Χ. αίωνα μεταξύ των οδών R1bis και R2bis την οποία κάλυπτε τύμβος και λογικά δε θα ήταν εκτεθειμένη έξω από τα τείχη της πόλης ή ακριβώς πίσω από αυτά (Εικόνα 13). Ίχνη πολυτελών οικιών του 3ού αιώνα π.Χ. με μωσαικά δάπεδα έχουν επίσης βρεθεί κοντά στο δρόμο R2bis και το Ακρωτήρι Λοχίας.

Σε αυτή την περίπτωση τα τείχη της Εικόνας 12 ήταν ίσως υπολείμματα τειχών της πρώιμης Αλεξάνδρειας (4ος π.Χ. αιώνας) τα οποία γρήγορα επεκτάθηκαν προς τα έξω ή ακόμα και τα ίχνη περιτοίχισης του εκτεταμμένου χώρου ταφής του Αλεξάνδρου και των Πτολεμαίων, ο οποίος περιγράφεται από το Στράβωνα ως περίβολος (δηλαδή εσώκλειστος χώρος) και δεν είναι απίθανο να βρισκόταν κοντά στη θέση των κήπων Σαλαλάτ. Σε κάθε περίπτωση, για τη θέση και τη μορφή των ανατολικών πτολεμαϊκών τειχών υπάρχουν τουλάχιστον τρία εντελώς διαφορετικα σενάρια που δίνουν μήκη τειχών με διαφορές αρκετών χιλιομέτρων.

Προθάλαμός μακεδονικού τάφου του 4ου π.Χ. αιώνα από λειασμένο αλαβάστρο, τον οποίο ο διευθυντης του Ελληνορωμαικού Μουσείου της Αλεξάνδρειας, Achille Adriani (1905-1982), απέδωσε στον Μ. Αλέξανδρο.

Εικόνα 13: Προθάλαμος πολυτελούς μακεδονικού τάφου των πρώτων πτολεμαϊκών χρόνων της Αλεξάνδρειας κατασκευασμένος από λειασμένο αλαβάστρο στο εσωτερικό, τον οποίο ο διευθυντης του Ελληνορωμαικού Μουσείου της Αλεξάνδρειας, Achille Adriani (1905-1982), απέδωσε στον Μ. Αλέξανδρο. Βρέθηκε μεταξύ της Κανωπικής οδού και του L2, και των κάθετων R1 και R2bis, στη γενική περιοχή που βάσει των πηγών θα περιμέναμε να υπήρχε ο τάφος του Αλεξάνδρου. Θεωρήθηκε αρκετά σημαντικός και λογικά πρέπει να ήταν εντός των τειχών της πόλης.

Η υπόθεση επίσης του Mahmoud Bey πως στο βόρειο τμήμα της πόλης τα τείχη ακολουθούσαν το σχήμα της ακτής, αν και αποδείχτηκε σωστή, δεν απέδωσε τα σωστά αποτελεσματα στο χάρτη του. Και αυτό γιατί δεν είχε τα μέσα να αναγνωρίσει πως σημαντικό τμήμα της ακτής των αρχαίων χρόνων ήταν βυθισμένο μερικά μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. 

Τέλος, αρχαίες πηγές δίνουν εκτιμήσεις για την περίμετρο των τειχών που κειμένονται από περίπου 70 εώς και 135 στάδια (αν για λόγους σύγκρισης ορίσουμε το στάδιο στα 165 μ., όπως και ο Mahmoud Bey). Συνεπώς η αβεβαιότητα για την έκταση των πτολεμαϊκών τειχών της Αλεξάνδρειας ξεπερνάει μάλλον κατα πολύ το 1 χλμ. Η απαιτούμενη ακρίβεια της τάξεως των 10-100 μέτρων που χρειάζεται για να μπορεί να γίνει με αξιοπιστία μια σύγκριση με διαστάσεις του τύμβου Καστά δεν φαίνεται να υπάρχει. Τα 15.84 χλμ. είναι μια θεωρητικά επιτρεπόμενη λύση, όπως όμως και αρκετές άλλες.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Μερικές σκέψεις και συμπεράσματα βάσει των παραπάνω πληροφοριών παρουσιάζονται παρακάτω με τη μορφή ερωταπαντήσεων.

α) Γιατί να αναζητήσουμε τα κοινά χαρακτηριστικά Αλεξάνδρειας και τύμβου Καστά κυρίως στο δικτύο δρόμων της πόλης ή στο σχήμα των τειχών της; 

Χωρίς να γνωρίζουμε βάσει ποιας μεθόδου η ανασκαφική ομάδα συγκρίνει Καστά και Αλεξάνδρεια, πιστεύουμε πως το δίκτυο των δρόμων της πόλης είναι το σημείο αναφοράς. Και αυτό γιατί η υπόθεση της ανασκαφικής ομάδας είναι πως ο τύμβος Καστά κατασκευάστηκε το τελευταίο τέταρτο του 4ου π.Χ. αιώνα. Εκείνη την εποχή η Αλεξάνδρεια ήταν ένα τεράστιο εργοτάξιο και το κυριότερο αναγνωρίσιμο αρχιτεκτονικό της χαρακτηριστικό ήταν η δομή του δικτύου των δρόμων της, το μέγεθος των τειχών της και το σχήμα της. Ακριβείς μετρήσεις για την πτολεμαϊκή περίοδο είναι διαθέσιμες για τους δρόμους της πόλης, όχι όμως για τα τείχη της.

β) Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο εμβάτης ή η χαρακτηριστική μονάδα μέτρησης που μετρήθηκε για μια κατασκευή ως απόδειξη για την προέλευση του αρχιτέκτονα της κατασκευής;

Πιστεύουμε πως στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί ως μία καλή ένδειξη. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ελληνιστικό παλάτι Qasr Al Abid του 2ου π.Χ. αιώνα που βρίσκεται στην Ιορδανία. Μεταξύ άλλων βρέθηκε πως σε τμήμα του παλατιού υπήρχε μια σειρά από κίονες κορινθιακού ρυθμού με τυπικά χαρακτηριστικά που αναπτύχθηκαν στην πτολεμαϊκή Αλεξάνδρεια. Αυτό έδωσε ισχυρές ενδείξεις για επιρροή αλεξανδρινής αρχιτεκτονικής στο κτίριο. Εκτίμηση του εμβάτη της κατασκευής έδειξε πως αυτός ειναι ίσος με περίπου 0.525 μ., όσο και ο αιγυπτιακός πήχυς. Δύο ανεξάρτητες παρατηρήσεις συνεπώς έδωσαν συναφή αποτελεσματά για την προέλευση των αρχιτεκτονικων επιρροών του συγκεκριμένου κτιρίου.  

Αν βέβαια το μόνο που είχαν οι μελετητές του παλατιού ήταν ο εμβάτης του μνημείου το μόνο που θα μπορούσαν ίσως να υποψιαστούν είναι πως στο οικοδόμημα υπάρχουν επιρροές απο την πτολεμαϊκή Αίγυπτο, χωρίς και πάλι να μπορούν να το αποδείξουν. Πέρα από αυτό, η τιμή του πήχυ για ορισμένες περιοχές δε διαφέρει σημαντικά από την τιμή του αιγυπτιακού. Για παράδειγμα, η τιμή του στη Μεσοποταμία ήταν 0.53-0.54 μ. Η ακρίβεια και τα σφάλματα των μετρήσεων σε αυτή την περίπτωση καθορίζουν το κατα πόσο «κοντινές» λύσεις μπορούν να διαχωριστούν. 

Εικόνα 13: Το ελληνιστικό παλάτι Qasr Al Abid στην Ιορδανία (1ος π.Χ. αιώνας)

Εικόνα 14: Το ελληνιστικό παλάτι Qasr Al Abid στην Ιορδανία (1ος π.Χ. αιώνας)

γ) Μπορούν οι παραπάνω συσχετισμοί να αποδείξουν πως ο τύμβος Καστά είχε επιρροές αλεξανδρινής αρχιτεκτονικής;

Η απάντηση είναι πως η πιθανή χρήση αιγυπτιακού πήχυ στον Καστά δεν αρκεί από μόνη της για να γίνει η παραπάνω σύνδεση, όχι μόνο για τους λόγους που περιγράφουμε στο (β) αλλά και ίσως για έναν ακόμα που ίσως είναι αρκετά συγκεκριμένος για το μνημείο της Αμφίπολης:

Οι αρχικές εκτιμήσεις για το πως πρέπει να μετρηθεί το μνημείο του τύμβου Καστά έγιναν από τους Μπακαλάκη και Μίλλερ τις δεκαετίες του 1940 και 1970 αντίστοιχα. Οι συγκεκριμένοι ερευνητές μελέτησαν τα μαρμάρινα μέλη του περιβόλου που βρέθηκαν στο Στρυμόνα (χωρίς να ξέρουν από που προέρχονται) και εκτίμησαν πως το μνημείο στο οποίο ανήκουν έχει εμβάτη «ε» κάπου στο εύρος των 0.323-0.325 μ. Η τιμή αυτή προέκυψε από τη μέτρηση της μικρότερης διάστασης του μικρότερου μαρμάρινου μέλους που ανήκε στο υπό μελέτη μνημείο. Σε περιπτώσεις αρκετά όμοιες με αυτή του Καστά, όπως για παράδειγμα στο Ηρώο του Αρχοντικού Πέλλας, ο εμβάτης ορίστηκε ως η μικρότερη διάσταση του πρώτου ορατού μαρμάρινου μέλους του περιβόλου, που ήταν επίσης 0.323 μ. Η συγκεκριμένη τιμή ανήκει στο εύρος του δωρικού ποδός, τυπική μονάδα μέτρησης των αρχαίων χρόνων στην Ελλάδα.

Ο εμβάτης αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει αρκετές δομές που έχουν αποκαλυφθεί στον περίβολο και στους θαλάμους του τύμβου Καστά (Εικόνα 15). Ωστόσο αυτό που παρατηρούμε είναι πως συμπτωματικά ο λόγος αιγυπτιακού πήχυ και δωρικού πόδός είναι περιπου ίσος με 1.62, αρκετά κοντά στη χρυσή τομή, «φ». Η χρυσή τομή ίσως χρησιμοποιήθηκε για να καθοριστούν γεωμετρικά χαρακτηριστικά τύμβου και θαλάμων – ένα ενδεικτικό παράδειγμα σημειώνεται στην Εικόνα 15. Συνεπώς διαστάσεις που θυμίζουν αιγυπτιακό πήχυ ίσως προέκυψαν τυχαία από αναλογίες δωρικού ποδός και χρυσής τομής στα οποία βασίστηκε ο σχεδιασμός του τύμβου. Φυσικά, μπορεί να ισχύει και το αντίστροφο.

Με λίγα λόγια, το δωρικό πόδι, ο αιγυπτιακός πήχυς, η χρυσή τομή και ίσως το αλεξανδρινό στάδιο (αν την τιμή του την ορίσουμε κοντά στα 158 μ.) εμφανίζονται σε σειρά διαστάσεων που συναντάμε στον τύμβο Καστά. Καθένα από αυτά τα μεγέθη όμως μπορεί να προκύψει τυχαία από τα υπόλοιπα αν υποθέσουμε πως μία επιλογή του αρχιτέκτονα ήταν η χρυσή τομή να είναι μέρος της γεωμετρίας του τύμβου.

Το ερώτημα σε αυτή την περίπτωση είναι πως μπορούμε να ξέρουμε ότι ο αρχιτέκτονας του τύμβου ξεκίνησε το σχεδιασμό έχοντας σα βάση τον αιγυπτιακό πήχυ και όχι το δωρικό πόδι; Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στα περισσότερα δεδομένα και μετρήσεις που έχει η ανασκαφική ομάδα στη διάθεσή της ή σε συσχετισμούς με την αλεξανδρινή αρχιτεκτονική που εμείς δεν έχουμε εντοπίσει ή δεν έχουμε τις γνώσεις για να κάνουμε.

Μία ενδιαφέρουσα εναλλακτική πάντως σημειώνεται στην εργασία «Doric Measure and Architectural Design 1: The Evidence of the Relief from Salamis», όπου σημειώνεται πως η σχέση δωρικού ποδός και αιγυπτιακού πήχυ ήταν ίση με 8:5=1.6. Αυτό δεν ήταν τυχαίο αλλά προϊόν μιας απόπειρας επαναπροσδιορισμού μονάδων μέτρησης που ήταν απαραίτητος για πρακτικούς λόγους ώστε να είναι δυνατή η συνεργασία αρχιτεκτόνων, τεχνιτών και μηχανικών με διαφορετική καταγωγή. Ο επαναπροσδιορισμός αυτός ίσως έγινε με βάση τον αιγυπτιακό πήχυ, μία από τις αρχαιότερες μετρητικές σταθερές. Αν αυτό ισχύει, ίσως μπορούμε να κάνουμε την υπόθεση πως στον τύμβο Καστά εμφανίζονται συμβολικά και όχι τυχαία μερικά βασικά μετρητικά μεγέθη σε Ελλάδα και Αίγυπτο. Με τον ίδιο τρόπο προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε την πιθανη σχέση πήχυ και αλεξανδρινού σταδίου (300:1) και της διαμέτρου Καστά-ύψους λέοντα (30:1) μερικές παραγράφους πιο πριν.

Εικόνα 14: Η μικρότερη διάσταση του πρώτου όρατού μαρμάρινου μέλου του περιβόλου (ε: 0.323-0.325 μ.) είναι ένας εναλλακτικός τρόπος να οριστεί ο εμβάτης του μνημείου (διάγραμμα αριστερά). Η τιμή του "ε" (πολύ κοντά στο δωρικό πόδι) μπορεί να σχετιστεί (μάλλον συμπτωματικά;) με την τιμή του αιγυπτιακού πήχυ "Π", μέσω του "φ" (χρυσή τομή). Σχετικές αναλογίες εμφανίζονται και σε άλλους χώρους του μνημείου (πχ. Καρυάτιδες), όπως έχει αναφερθεί και αλλού

Εικόνα 15: Η μικρότερη διάσταση του πρώτου όρατού μαρμάρινου μέλους του περιβόλου (ε: 0.323-0.325 μ.) θα μπορούσε να είναι ένας εναλλακτικός τρόπος να οριστεί ο εμβάτης του μνημείου (διάγραμμα αριστερά). Η τιμή του «ε» (πολύ κοντά στο δωρικό πόδι) μπορεί να σχετιστεί (συμπτωματικά;) με την τιμή του αιγυπτιακού πήχυ «Π», μέσω του «φ» (χρυσή τομή). Σχετικές αναλογίες ίσως εμφανίζονται και σε άλλους χώρους του μνημείου (πχ. Καρυάτιδες), όπως έχει αναφερθεί και αλλού. Παρατηρείστε επίσης, πως ο αριθμός των 7 εμβατών που αντιστοιχεί στο ύψος των καρυάτιδων είναι ίσoς και με τον αριθμό των ροδάκων πάνω από τα αγάλματα, ενώ η απόσταση μεταξύ των ροδάκων (όπως εμείς την εκτιμάμε από τις αναλογίες του γραφήματος) μοιάζει να είναι πολύ κοντά στην τιμή του αιγυπτιακού πήχυ. Τα διαγράμματα περιβόλου και του χώρου των καρυάτιδων προέρχονται από την παρουσίαση της ανασκαφικής ομάδας στο ΑΠΘ (30/9/2015) που είναι προσβάσιμη εδώ. Οι σημειώσεις μετρήσεων πάνω στα διαγράμματα είναι από εμάς.

δ) Ποια άλλα ευρήματα στην Αλεξάνδρεια ίσως έχουν κοινά στοιχεία με τον τύμβο Καστά;

Από τα λίγα κτίρια του 4ου π.Χ. και 3ού π.Χ αιώνα στα οποία ίσως είχε συνεισφορά ο πιθανός αρχιτέκτονας του τύμβου Καστά Δεινοκράτης και τα οποία έχουν ανασκαφεί ώστε να μας είναι διαθέσιμες μετρήσεις είναι το Σεραπείο και το Στάδιο (που μετονομάστηκε σε Λάγειον τη ρωμαϊκή περίοδο). Η μέτρηση που έχουμε για το Σεραπείο δεν απορρίπτει το σκεπτικό για τη χρήση αιγυπτιακού πήχυ όπως αναφέραμε πιο πάνω. Οι μετρήσεις για το Στάδιο δεν ξέρουμε αν αφορούν την πτολεμαϊκή ή  ρωμαϊκή φάση του και συνεπώς δε διερευνήθηκαν.

Ενδιαφέρον κτιριακό συγκρότημα είναι και η νεκρόπολη του Mustafa Pascha Kamel, ανατολικά και εκτός των αρχαίων τειχών της Αλεξάνδρειας (Εικόνες 16). Εκεί συναντάμε συστάδα πτολεμαϊκών ταφών του 3ου και 2ου π.Χ. αιώνα, απ’ όπου ξεχωρίζουμε τον Τάφο 1, με ζεύγος αιγυπτιακών σφιγγών στην είσοδό του και κίονες δωρικού ρυθμού που μοιάζουν αρκετά με στοιχεία της εισόδου του τύμβου Καστά. Από την άλλη αναγνωρίζουμε πως ο δωρικός ρυθμός στο μνημείο του Καστά και στην Αλεξάνδρεια ήταν κάτι τυποποιημένο για εκείνη την εποχή, οπότε ίσως αυτό το χαρακτηριστικό να μην είναι ιδιαίτερο.

Οι πληροφορίες που μας δίνει το δίκτυο των δρόμων της Αλεξάνδρειας μπορεί να είναι περισσότερες. Ενδιαφέρον ίσως παρουσιάζουν οι δρόμοι που υποδιαιρούσαν τα μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα της πόλης. Οι υποδιαιρέσεις αυτές, που δεν ήταν κατ’ ανάγκη στο μέσο των διαμερισμάτων και εφαρμόστηκαν από τους πτολεμαϊκούς χρόνους, ίσως δίνουν αναλογίες που συναντάμε π.χ. στον στον περίβολο του τύμβου Καστά (ενδεικτικά αναφέρουμε το δρόμο L’α στην Εικόνα 11).

ε) Ήταν ο Δεινοκράτης ένας από τους πιθανούς αρχιτέκτονες του τύμβου Καστά αν όντως οι παραλληλισμοί της αρχιτεκτονικής του μνημείου με την Αλεξάνδρεια είναι σωστοί;

Η γνώμη μας είναι πως η πιθανότητα αυτή θα είναι σίγουρα η κυρίαρχη αν και η χρονολόγηση του μνημειού στον 4ο π.Χ. αιώνα επιβεβαιωθεί.  Η δομή της Αλεξάνδρειας αλλά και οι πηγές για το Δεινοκράτη δείχνουν πως η μεγαλοπρέπεια είναι χαρακτηριστικό των έργων του. Τα οικοδομικά τετράγωνα της Αλεξάνδρειας για παράδειγμα, ήταν τουλάχιστον τρεις φορές μεγαλύτερα από αυτά άλλων πόλεων σε Ελλάδα και Μικρά Ασία. Ο Δεινοκράτης ανοικοδόμησε το ναό της Αρτέμιδος στην Εφεσσο, ένα από τα 7 θαύματα του αρχαίου κόσμου. Στην Αλεξάνδρεια λέγεται πως ανέλαβε να κατασκευάσει το παλάτι του Πτολεμαίου Ι (σε μορφή πυραμίδας) και τη θόλο της Αρσινόης Β’ (Αρσινοείο της Αλεξάνδρειας) που περιελάμβανε ενα μαγνητικά αιωρούμενο άγαλμα της βασίλισσας, αν και αυτό δε φαινεται να ολοκληρώθηκε ποτέ λόγω του θανάτου του. Αναφέρεται επίσης και ως σχεδιαστής της πυράς του Ηφαιστίωνα, η κατασκευή της οποίας δε γνωρίζουμε αν όντως πραγματοποιήθηκε. Συνεπώς ο τύμβος Καστά θα μπορούσε να είναι έργο του.

Όσο πάντως δεν υπάρχουν επιγραφικά δεδομένα, ενστάσεις για την κυριότητα του αρχιτέκτονα του Καστά σίγουρα θα διατυπωθούν και παρακάτω εξηγούμε που ίσως στηριχτούν μερικές από αυτές.

Για αρχή αναφέρουμε πως τυπικά οι πηγές δε συμφωνούν πως ο Δεινοκράτης ήταν ο βασικός ή ο μόνος σχεδιαστής της πόλης. Ο Στράβων μιλάει για «αρχιτέκτονες της Αλεξάνδρειας» χωρίς να δίνει ονόματα. Σε μερικές πηγές σχεδιαστής αναφέρεται ο Κλεομένης από την Ναυκράτη (ελληνική αποικία της Αιγύπτου) στον οποίο ο Αλέξανδρος ανέθεσε τη διοίκηση της αιγυπτιακής επαρχίας της αυτοκρατορίας του. Eμείς πάντως καταλαβαίνουμε το ρόλο του ως αυτό του συντονιστή των εργασιών στην Αλεξάνδρεια και όχι του σχεδιαστή. Άλλωστε, ο Κλεομένης δολοφονήθηκε το 322 π.Χ. από τον Πτολεμαίο, εποχή που η Αλεξάνδρεια ήταν μάλλον ακόμα σε φάση κατασκευής.

Το ότι ο Δεινοκράτης ήταν πιθανότατα ο αρχιτέκτονας της πόλης στηρίζεται όχι μόνο από την αναφορά του ονόματός του σε σχέση με την Αλεξάνδρεια σε πολλές πηγές, αλλά και από το ότι οι ανασκαφές έδειξαν πως η οργάνωση της Αλεξάνδρειας ακολουθεί το Ιπποδάμειο σύστημα με το οποίο ο Δεινοκράτης ίσως είχε εμπειρία λόγω της καταγωγής του από τη Ρόδο. Αν και οι πηγές δεν είναι ξεκάθαρες για το αν ο Δεινοκράτης ήταν Μακεδόνας ή Ρόδιος, τα σχεδόν ισόπλευρα οικοδομικά διαμερίσματα της Αλεξάνδρειας συναντώνται στη Ρόδο και όχι σε μακεδονικές πόλεις όπου κατά κανόνα τα μήκη των πλευρών των οικοδομικών διαμερισμάτων είχαν λόγο 2:1 (Εικόνα 16). Ενδεικτικό είναι επίσης πως η πόλη της Ρόδου είχε εκτεταμένα συστήματα απορροής υδάτων, συγκρίσιμα με αυτά της Αλεξάνδρειας. 

Μια ακόμα πιθανή ένσταση ίσως έχει να κάνει με την αναφορά στο Αλεξανδρινό Ρομαντζό πως ο Δεινοκράτης είχε μεταξύ άλλων τη βοήθεια του Καρτερού από τους Ολύνθους, μια πόλη αρκετά κοντά στην Αμφίπολη. Υπάρχει πιθανότητα κάποια κοινά στοιχεία Καστά και Αλεξάνδρειας να οφείλονται στο συγκεκριμένο πρόσωπο; Μάλλον όχι, καθώς ο Καρτερός αναφέρεται ως μηχανικός  και όχι αρχιτέκτονας, αν και η σύμπτωση είναι ενδιαφέρουσα.

Είναι επίσης αξιοπρόσεκτο πως αν και οι ιστορικές αναφορές που διασώζονται για το Δεινοκράτη και τα έργα του είναι πολλές και σχετικά εκτενείς (π.χ. από Βιτρούβιο, Πλίνιο κ.α.), καμμία από αυτές δεν αφήνει έστω κάποιο υπονοούμενο πως συνέβαλε στο σχεδιασμό του τύμβου Καστά, παρόλο που το μνημείο, βάσει της ανασκαφικής ομάδας, ήταν προσβάσιμο και γνωστό για σχεδον δύο αιώνες. Άραγε συνέβαλε η επιχωμάτωση του μνημείου στο να ξεχαστεί αυτό τόσο γρήγορα, μόλις ένα με δύο αιώνες μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους, στην εποχή που ο Βιτρούβιος και ο Πλίνιος έγραψαν τις αναφορές τους και οι Ρωμαίοι κατακτητές λιθολογούσαν το υλικό του περιβόλου;

Μία ακόμα σημαντική ένσταση αφορά τη δυνατότητα παρουσίας του Δεινοκράτη σε πολλές μακρινές περιοχές για την υλοποίηση διαφορετικών έργων. Μετά το θάνατο του Ηφαιστίωνα ο Δεινοκράτης φέρεται να αναλαμβάνει την κατασκευή της πυράς του στη Βαβυλώνα. Αν και ο τύμβος Καστά ήταν έργο του ίδιου αρχιτέκτονα, καταλήγουμε στο ότι ο Δεινοκράτης ήταν υπέυθυνος για να σχεδιάσει, να υλοποιήσει και να επιβλέψει σχεδόν ταυτόχρονα τρια μεγαλοπρεπή έργα στα τρία άκρα της αυτοκρατορίας. Κάτι τέτοιο μοιάζει εξαιρετικά δύσκολο με δεδομένους τους περιορισμούς σε επικοινωνία και μετακινήσεις την εποχή εκείνη.

Απάντηση σε αυτό ίσως δίνει το γεγονός πως η συνεχής παρουσία του Δεινοκράτη να μην ήταν απαραίτητη για την εκτέλεση των σχεδίων του. Εναλλακτικά, ο τύμβος Καστά μπορεί να έχει επιρροές από έργα του συγκεκριμένου αρχιτέκτονα (χωρίς απαραίτητα να είναι αυτός ο σχεδιαστής) καθώς δεν είναι λίγα τα παραδείγματα στα οποία το έργο του φαίνεται να ήταν σημείο αναφοράς. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε τη Σελεύκια και την Αντιόχεια (Εικόνα 18) , δύο πόλεις που σύμφωνα με βιβλιογραφικές αναφορές αντέγραψαν στοιχεία από το πολεοδομικο πλάνο της Αλεξάνδρειας, αλλά και τις εκτενείς αναφορές του Βιτρούβιου στο έργο του Δεινοκράτη.

Εικόνα 17: Χάρτης Σελευκίας

Εικόνα 18: Χάρτης Σελεύκιας

Η εμφάνιση αλεξανδρινών επιρροών στον τύμβο Καστά μπορεί να είναι γενικά απόρροια των συμμαχικών, στρατηγικών και οικογενειακών σχέσεων που είχε το πτολεμαϊκό βασίλειο με αυτό της Μακεδονίας ή/και της Θράκης χωρίς και πάλι η συμβολή του Δεινοκράτη να είναι απαραίτητη. Για παράδειγμα η Αρσινόη Β’, κόρη του Πτολεμαίου, ήταν σύζυγος του Λυσίμαχου (επίγονος και βασιλιάς του θρακικού διαμερίσματος), ο Πτολεμαίος Κεραυνός ηταν βασιλιάς της Μακεδονίας (έστω μερικές δεκαετίες μετά τη διαφαινόμενη ολοκλήρωση της κατασκευής του Καστά), ενώ ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος ήταν ο σπόνσορας μνημειακού πρόπυλου στο νησί της Σαμοθράκης. 

Πηγές

  1. Judith McKenzie, The Architecture of Alexandria and Egypt 300 B.C.–A.D. 700, Yale University Press, 2007 (Google Preview)
  2. Jean-Yves Empereur, Stéphane Compoint, Alexandria Rediscovered, 1998
  3. Jean-Yves Empereur, Alexandria – The Jewel of Egypt (Discoveries – Harry Abrams), 2002
  4. Jean-Yves Empereur, Du nouveau sur la topographie d’Alexandrie (note d’information), Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 146ᵉ année, N. 3, 2002. pp. 921-933
  5. Achille Adriani, ANNUARIO DEL MUSEO GRECO- ROMANO Volume 1 (1932-1933)
  6. Achille Adriani, ANNUARIO DEL MUSEO GRECO- ROMANO – La nécropole de Mustafa Pacha  (1933-1935)
  7. Centre d’Études Alexandrines Homepage (αρκετό υλικό/χάρτες από τις πρώτες μελέτες και ανασκαφικές έρευνες στην Αλεξάνδρεια)
  8. Barbara Tcakzow, Historical Topography of Ancient Alexandria, INSTITUT DES CULTURES MÉDITERRANÉENNES ET ORIENTALES DE L’ACADÉMIE POLONAISE DES SCIENCES, 2013
  9. Alexandria and Alexandrianism, Edited by Kenneth Hamma, Getty Publications, 1996
  10. Mahmoud-Bey, Memoire sur Antique Alexandrie, Copenhague, 1872
  11. Achille Adriani, Patrizia Minà, La tomba di Alessandro: realtà, ipotesi e fantasie
  12. Maps of Alexandria (www.alexandrestomb.com)
  13. Judith McKenzie, Glimpsing Alexandria from Archaeological Evidence, Journal or Roman Archaeology, Volume 16, 2003
  14. Ν. Κοντράρου-Ράσσια, Πολυάνδρειο ή Ηρώο ο τύμβος της Αμφίπολης, Ελευθεροτυπία, 31 Aυγούστου 2013
  15. Παρουσίαση αποτελεσμάτων ανασκαφικής ομάδας τύμβου Καστά, ΑΠΘ, Σεπτέμβριος 2015
  16. Oscar Broneer, The lion monument at Amphipolis, 1894
  17. Kiepert, H. Zur Topographie des alten Alexandria Plan der alten Stadt Alexandria, nach den im Jahre 1863 ausgeführten Grabungen construirt von Mahmud Bey
  18. Donald Engels, The length of Eratosthenes stade, The American Journal of Philology, Vol. 106, No. 3 (Autumn, 1985), pp. 298-311
  19. Edward Gulbekian, The Origin and Value of the Stadion Unit used by Eratosthenes in the Third Century B. C., Archive for History of Exact Sciences, Vol. 37, No. 4 (1987), pp. 359-363
  20. Jacques Dutka, «Eratosthenes’ Measurement of the Earth Reconsidered»,  Archive for History of Exact Sciences, Vol. 46, No. 1 (1993), pp. 55-66
  21. Judith S. McKenzie, Sheila Gibson and A. T. Reyes, Reconstructing the Serapeum in Alexandria from the Archaeological Evidence, The Journal of Roman Studies, Vol. 94 (2004), pp. 73-121
  22. UNESCO, Towards integrated management of Alexandria’s coastal heritage
  23. Strabo on the city of Alexandria
  24. FERRO, L. and MAGLI, G. (2012), THE ASTRONOMICAL ORIENTATION OF THE URBAN PLAN OF ALEXANDRIA. Oxford Journal of Archaeology, 31: 381–389
  25. Ιππόδαμος της Μιλητού, Wikipedia
  26. Bacon, Sara L., «Alexandria and the Construction of Urban Experience» (2012). Scripps Senior Theses. Paper 62.
  27. McEwen, Indra Kagis,  Vitruvius : writing the body of architecture (2000)
  28. Συλλογή ιστορικών χαρτών (μεταξύ άλλων και της Αλεξάνδρειας)
  29. Christian Lauwers – Alexandrie ad Aegyptum
  30. F. Noack, ‘Neue Untersuchungen in Alexandrien’, AM 25 (1900)
Advertisements