Οι επιγραφές του τύμβου Καστά: απλές σκέψεις και παρατηρήσεις

Μεταξύ των πολλών σημαντικών ευρήματων που παρουσιάστηκαν από την ερευνητική ομάδα της Κ. Περιστέρη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) στις 30/9/2015 είναι δύο επιγραφές σε μαρμάρινα μέλη του περιβόλου στις οποίες, όπως υποστηρίχθηκε, εμφανίζεται και το όνομα «Ηφαιστίωνος» με τη μορφή ενός μονογράμματος ή συμπιλήματος γραμμάτων. Στην ερμηνεία του μονογράμματος αλλά και στην εκτίμηση πως η χάραξη της επιγραφής τοποθετείται στην περίοδο κατασκευής του περιβόλου, οι ερευνητές βασίζουν (εν μέρει) την υπόθεσή τους πως το μνημείο του τύμβου Καστά αποτελούσε, τουλάχιστον στην αρχική του φάση, ηρώο προς τιμήν του Ηφαιστίωνα.

Η προτεινόμενη ανάγνωση και ερμηνεία των επιγραφών έγινε δεκτή με αρκετό σκεπτικισμό κυρίως στη βάση του ότι δεν έγινε ξεκάθαρος διαχωρισμός δεδομένων και υποθέσεων εργασίας ώστε να γίνουν σωστές εκτιμήσεις, στο ότι η υποτιθέμενη αναγραφή του «Ηφαιστίωνος» δεν είναι προφανής ή ξεκάθαρη, στο ότι δεν υπάρχει ανάλογο παράδειγμα «μονογράμματος» του Ηφαιστίωνα προς σύγκριση, στο ότι τα μαρμάρινα μέλη δε βρέθηκαν κοντά στον περίβολο (οπότε και η επιγραφή είναι ίσως μεταγενέστερη), στο ότι κάποια από τα γράμματα μοιάζουν αρκετά μεταγενέστερα του 4ου π.Χ. αιώνα ή πως ακόμα και αν το όνομα του Ηφαιστίωνα αναγράφεται, αυτό ήταν αρκετά συνηθισμένο στην περιοχή για να μπορεί να αποδοθεί με σιγουριά στο γνωστό στρατηγό του Μ. Αλεξάνδρου. 

Με αφορμή τα παραπάνω, συγκεντρώσαμε μερικές απλές παρατηρήσεις και σκέψεις σχετικά με το περιεχόμενο και την ερμηνεία των επιγραφών.

TA ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Τα δεδομένα που έγιναν γνωστά από την ανασκαφική ομάδα ειναι τα εξής:

  • Οι επιγραφές είναι τρεις. Στο ΑΠΘ παρουσιάστηκαν μόνο οι δύο.
  • Οι δύο επιγραφές που παρουσιάστηκαν βρέθηκαν δίπλα στη σημερινή θέση του λέοντα της Αμφίπολης, εκεί που είναι συγκεντρωμένα αποσπασμένα μάρμαρα του περιβόλου που είχαν χρησιμοποιηθεί σε υστερορωμαϊκό φράγμα του Στρυμόνα. Δεν είναι γνωστό που βρέθηκε η τρίτη επιγραφή.
  • Τα μάρμαρινα μέλη στα οποία βρέθηκαν οι επιγραφές ανήκαν χωρίς αμφιβολία στον περίβολο του τύμβου Καστά, όπως προκύπτει από τα γεωμετρικά τους χαρακτηριστικά και την επεξεργασία τους
  • Οι δύο επιγραφές που παρουσιάστηκαν γράφουν τη λεξη «ΑΡΕΛΑΒΟΝ», ακολουθούμενες από το μονόγραμμα/συμπίλημα που αποδίδεται στη λέξη «ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΟΣ» και καλύπτουν σχεδόν όλη την πρόσοψη του μαρμάρου. Σύμφωνα με τους ανασκαφείς, το περιεχόμενο της 3ης επιγραφής είναι το ίδιο. 

ΟΙ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ: ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Μερικά ακόμα χαρακτηριστικά που παρουσιάστηκαν ως δεδομένα αλλά όπως τα καταλάβαμε εμεις βασίζονται και σε ερμηνείες ή περαιτέρω παρατηρήσεις εκ μέρους των ερευνητών που δεν αναλύθηκαν, είναι τα εξής:

  • Κατά τους ανασκαφείς, το «ΑΡΕΛΑΒΟΝ» λογικά αντιστοιχεί στη λέξη «ΠΑΡΕΛΑΒΟΝ». Το «Π» απουσιάζει στις δύο επιγραφές που παρουσιάστηκαν. Ο ακριβώς απαιτούμενος χώρος για την αναγραφή του «Π» αριστερά του «ΑΡΕΛΑΒΟΝ» υπάρχει, κάτι ίσως σημαίνει πως το ίχνος του συγκεκριμένου γράμματος σβήστηκε με την πάροδο του χρόνου ή και με ανθρώπινες παρεμβάσεις. Το ότι και στις δύο περιπτώσεις πάντως το «Π» απουσιάζει ίσως να μην είναι συμπτωματικό. Αν και στην τρίτη επιγραφή το «Π» απουσιάζει, τότε αυτό μάλλον έχει γίνει εκ προθέσεως και πρεπει να ερμηνευτεί αναλόγως.
  • Τα περισσότερα (αν όχι όλα) τα γράμματα της λέξης «ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΟΣ» υπάρχουν στο μονογραμμα με το «Η» και το «Φ» να κυριαρχούν. Τα «Η» και «Φ» υποστηρίζεται πως κυριαρχούν και σε ίχνη ρόδακα που βρέθηκε εντός των θαλάμων και αυτό δε θεωρήθηκε συμπτωματικό.Δεν είναι συνεπώς απίθανο το συμπίλημα γραμμάτων να παραπέμπει όντως στο όνομα του Ηφαιστίωνα. Το υποτιθέμενο «Η+Φ» στο ρόδακα πάντως δεν είναι ξεκάθαρο, τουλάχιστον στις διαθέσιμες σε εμάς φωτογραφίες. Κανένα από τα γράμματα του συμπιλήματος δεν εμφανίζεται ξεκάθαρα πάνω από μία φορά, παρόλο που τα «Σ» και «Ι» περιέχονται δύο φορές στη λέξη «ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΟΣ». Τέλος, μελέτες μονογραμμάτων σε νομίσματα έχουν δείξει πως τα κυρίαρχα γράμματα δεν αντιστοιχούν πάντα στο αρχικό γράμμα του ονόματος στο οποίο αναφέρονται.

rosette

  • Σημειώθηκε πως οι επιγραφές ήταν πολύ δύσκολο να διαβαστούν καθώς είχαν υποστεί σβήσιμο και δε βρίσκονταν στην τελική επιφάνεια επεξεργασίας των μαρμάρων.  Βασιζόμενοι σε αυτή την παρατήρηση οι ανασκαφείς χρονολογούν τις επιγραφές στην κατασκευαστική φάση του τύμβου Καστά και συνεπώς το μονόγραμμα που περιλαμβάνουν μπορεί να αποδοθεί με περισσότερη ασφάλεια σε πρόσωπο που είχε κάποια σχέση με την αρχικό προορισμό του μνημείου. Οι επιγραφές σε αυτή την περίπτωση σηματοδοτούν την παραλαβή υλικού ή την ολοκλήρωση τμήματος του περιβόλου.
  • Οι επιγραφές αυτές μάλλον σωστά διαχωρίστηκαν από τα «γκράφιτι» που βρέθηκαν χαραγμένα στα μάρμαρα του περιβόλου στο Στρυμόνα: τα γκραφίτι είναι αρκετά πιο ευδιάκριτα και χαραγμένα σε βάθος ενώ σε όλα γράφονται μόνο ονόματα και όχι πράξεις (όπως το «(Π)ΑΡΕΛΑΒΟΝ»). 

Ωστόσο δεν εξηγήθηκε βάσει ποιας παρατήρησης προκύπτει ότι η επιγραφή ειναι προγενέστερη της τοποθέτησης του μαρμάρινου μέλους στον τύμβο Καστά. Για παράδειγμα, βρέθηκαν ίχνη επιχρίσματος ή χρώματος πάνω από την επιγραφή (πχ. η άσπρη απόχρωση που βλέπουμε στις φωτογραφίες); Καλύπτονταν τα γράμματα από την τραχεία επιφάνεια που υπάρχει σε όλο το μέτωπο του μαρμάρου; Και ακόμα κι αν κάτι από αυτά ισχύει, πως γνωρίζουμε πως η επεξεργασία που διέβρωσε ή κάλυψε την επιγραφή δεν αφορούσε κάποια επεμβαση που έγινε μετά την αποδόμηση του περιβόλου από τους Ρωμαίους;

Ενδεικτικά αναφέρουμε πως οι Μπακαλάκης και Μίλλερ, οι οποίοι μελέτησαν τα μάρμαρα του περιβόλου που βρέθηκαν στο φράγμα Στρυμόνα συμφώνησαν πως η χρήση τους εκεί ήταν το λιγότερο τριτογενής, είχαν δηλαδή τοποθετηθεί σε τουλαχιστον μια ακόμα κατασκευή πρωτού καταλήξουν στο φράγμα. Θα μπορούσε για παράδειγμα το «(Π)ΑΡΕΛΑΒΟΝ» και η επεξεργασία η οποία το έσβησε να αφορούσε μια από τις παραλαβές και χρήσεις του υλικού σε δευτερογενείς κατασκευές στους ρωμαϊκούς χρόνους;

Αν και η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα ίσως είναι απλή και προφανής για τους ανασκαφείς του Καστά, για τα δεδομένα που δημοσιοποιήθηκαν και τις γνώσεις μας η πιθανότητα αυτή, όσο μικρή και να είναι, δε μπορεί θεωρητικά να απορριφθεί και φυσικά πρέπει να διερευνηθεί.

Μία ανεξάρτητη μέθοδος ου μπορει να προσφέρει στοιχεία είναι ίσως η μελέτη του τρόπου αποτύπωσης των επιγραφών στα μαρμάρινα μέλη. Αυτή θα πρέπει να είναι συναφής με την προτεινόμενη χρονολόγησή τους στον 4ο π.Χ. αιώνα . Αυτή η πτυχή δε συζητήθηκε στο ΑΠΘ ή σε συνεντεύξεις που ακολούθησαν των παρουσιάσεων, αν και η Κ. Περιστέρη αρκέστηκε να δηλώσει σε μία συνέντευξη πως οι επιγραφές έχουν μελετηθεί από επιγραφολόγο.

Για το λόγο αυτό έγινε και μία πρώτη απόπειρα να καταλάβουμε τι στοιχεία μπορεί να δώσει η παλαιογραφική στη μελέτη των παραπάνω ευρημάτων. 

ΠΑΛΑΙΟΓΡΑΦΙΑ

Από τη Wikipedia διαβάζουμε πως η παλαιογραφία είναι μία βοηθητική επιστήμη της ιστορίας που «(…) ερευνά την εξέλιξη της γραφής και των τύπων μέσα στο χρόνο. Οι παλαιογράφοι αναλύουν μεθοδικά τα χαρακτηριστικά των γραμμάτων, γραμματοσειρών, τύπων, σημείων στίξεως ή και των συνήθων συντομεύσεων, ως αναγνωρίσιμα και διακριτικά χαρακτηριστικά της εποχής τους (…) Μια από τις εφαρμογές της παλαιογραφίας είναι η χρονολόγηση επιγραφών επάνω σε σκληρό υλικό (π.χ. πέτρα, πέτρωμα, μάρμαρο κλπ.), όταν οι επιγραφές αυτές δεν φέρουν κάποια ιδιαίτερη χρονολογία».   

Εξαιτίας της μεγάλης ποικιλίας του υλικού γραφής και των μεθόδων της έρευνας αρχαίων κειμένων και επιγραφών η παλαιογραφία διαχωρίστηκε από την επιγραφική, αλλα για αυτό το κείμενο ο διαχωρισμός αυτός δεν είναι σημαντικός. 

Παλαιογραφική χρονολόγηση

Ανατρέχοντας σε διάφορες πηγές που παραθέτουμε στο τελος διαβάσαμε πως η χρονολόγηση ευρημάτων μέσω της παλαιογραφικής δεν είναι μία εύκολη ή ασφαλής διαδικασία. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι πως η χρήση παλαιότερου τύπου γραμμάτων μπορει να συνεχιστεί για δεκαετίες ή αιώνες και να «αναμιχθεί» με νέες γραμματοσειρές που σταδιακά εμφανίζονται. Οι μορφές των γραμμάτων και ο τρόπος γραφής αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή και συνεπώς παλαιογραφικοί κανόνες που ισχύουν π.χ. για την Αττική ίσως να μην ισχύουν για τη Μακεδονία. Ακόμα και επιγραφές από κοντινές περιοχές και ίδιας χρονολογίας μπορεί να έχουν διαφορές π.χ. λόγω του γραφικού χαρακτήρα του εκάστοτε χαράκτη. Το μέσο πάνω στο οποίο γράφεται ένα κείμενο (πάπυρος ή σκληρή επιφάνεια) επίσης καθορίζει τη μορφή των γραμμάτων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψην. Επίσης, σημαντικό είναι να αναγνωρίζεται το κατα πόσο το κείμενο ή επιγραφή προς ανάλυση ήταν προς δημόσια θέα, για ιδιωτική ή πολύ συγκεκριμένη χρήση, γκράφιτι κλπ. καθώς σε κάθε περίπτωση ο τρόπος γραφής διαφέρει. Τέλος, σύγκριση παλαιογραφικής χρονολόγησης με αυτή που προκύπτει από άλλα, πιο αντικειμενικά μέσα (πχ. ραδιοχρονολόγηση) δείχνει πως η μέθοδος αυτή σπανια μπορεί να χρονολογήσει ένα εύρημα με ακριβεία καλύτερη του μισού αιώνα. 

Κάποιες από τις δυσκολίες που περιγράφουμε παραπάνω γίνονται κατανοητές με παραδείγματα που ακολουθούν. Αν και διαβάζουμε πως ακριβής χρονολόγηση μέσω της παλαιογραφικής δεν πρέπει να γίνεται με τη μελέτη μεμονομένων γραμμάτων, εμείς απλά εξετάσαμε κατα πόσο μεμονωμένα γράμματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να μας απαντήσουν στο ερώτημα αν οι επιγραφές που παρουσιάστηκαν από τους ανασκαφείς τοποθετούνται πιο κοντά στα υστεροκλασσικά ή στα ρωμαϊκά χρονια: οι επιγραφές θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί μόνο πριν την κατασκευή του Καστά ή μετά την αποδόμηση του περιβόλου, όχι όμως ενδιάμεσα. Οι δύο αυτές περίοδοι απέχουν τουλάχιστον 3-4 αιώνες, αρκετά μεγάλο διάστημα για να εντοπιστούν (ίσως) προφανείς διαφορές σε μεμονωμένα γράμματα.

Ενδεικτικά εστιάσαμε κυρίως στη μορφή των «Α» και του «Ω» των επιγραφών. 

Το «Α» έχει την αρχαϊκή μορφή Greek Alpha 03.svg, όπως φαίνεται και στον παρακάτω πίνακα. Τόσο αυτό όσο και το «Ω» συνεχίζουν να συνυπάρχουν και στα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια μαζί με νέες μορφές γραμμάτων (για παράδειγμα το alpha), όπως εξηγούμε ακολούθως. 

wikitable

Είναι όμως το Greek Alpha 03.svg χαρακτηριστικό των αρχαϊκών και πρώιμων ελληνιστικών χρόνων μόνο; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα ανατρέξαμε αρχικά στο βιβλίο του 1912: «Αn Introduction to Greek and Latin Paleography (Edward Thompson)», από το οποίο παρουσιάζουμε τους παρακάτω πίνακες.

Τα «Α» του 4ου και 3ου π.Χ. αιώνα που προσεγγίζουν το Greek Alpha 03.svg είναι σημειωμένα με κόκκινους κύκλους, ωστόσο η ομοιότητα δεν είναι καλή. Αυτό δε σημαίνει πως το αρχαϊκό «Α» έπαψε να χρησιμοποείται τους κλασσικούς και ελληνιστικούς χρονους. Οι παραπάνω ενδεικτικοί πίνακες έχουν διαμορφωθεί με περιορισμένο δείγμα κειμένων που έχουν γραφεί σε πάπυρο και όχι σε σκληρή επιφάνεια.

Η πιο σημαντική παρατήρηση στην περίπτωσή μας είναι πως το Greek Alpha 03.svg εμφανίζεται ξανά τον 1ο π.Χ. αιώνα (κίτρινο πλαίσιο). Αυτό συμβαίνει γιατί εκείνα τα χρόνια (και ιδιαίτερα την εποχή του αυτοκράτορα Τραϊανού) υπάρχει μια αρχαϊζουσα τάση που εκδηλώνεται και με την επανεμφάνιση παλαιών μορφών γραμμάτων και τρόπων γραφής.

Αν εστιάσουμε στο «Ω» και κάνουμε την ίδια σύγκριση με τα δεδομένα από τους παραπάνω πίνακες θα καταλήγαμε πως το «Ω» των επιγραφών δε θα μπορούσε να υπάρχει μετά τον 3ο π.Χ. αιώνα. Ωστόσο, φαίνεται και από επιγραφικά δείγματα που δίνουμε παρακάτω, αυτό δεν ισχύει. Οι λόγοι αναφέρθηκαν και πιο πριν: οι πίνακες αυτοί δεν είναι πλήρεις καθώς τα δείγματα γραφής στα οποία αναφέρονται δεν είναι απαραίτητα ενδεικτικά για τη Μακεδονία, για χάραξη σε σκληρή επιφάνεια κ.α. Συνεπώς παρόμοιοι πίνακες πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή. Ωστόσο στην περιπτωσή μας αρκουν για να μας δείξουν πως τουλάχιστον το «Α» των επιγραφών μπορεί να τοποθετηθεί σε αρκετά διαφορετικές ιστορικές περιόδους.

Άλλες επιγραφές της Αμφίπολης

Προσπαθήσαμε επίσης να κάνουμε και μία πρώτη σύγκριση των επιγραφών του Καστά με άλλες επιγραφές της Αμφίπολης που εντοπίσαμε σε διάφορες εργασίες ή ιστοσελίδες του διαδυκτίου και τις οποίες τις κατατάσσουμε χρονολογικα παρακάτω. Το αρχαϊκό «Α» των επιγραφών το βρήκαμε μόνο σε δείγματα γραφής του 6ου ή 5ου αιώνα π.Χ (το ένα μάλιστα σε κεραμική από το λόφο 133). Το βρήκαμε επίσης και σε επιγραφές που χρονολογούνται τους μ.Χ. αιώνες (κυρίως στα γκράφιτι των μαρμάρων του περιβόλου που βρέθηκαν στο Στρυμόνα), αλλά όχι ενδιάμεσα. 

Κάτι το οποίο επίσης παρατηρήσαμε είναι πως τα γράμματα στο «ΑΡΕΛΑΒΟΝ» δεν είναι ισουψή, ενώ στις περισσότερες επιγραφές της Αμφίπολης που βρήκαμε, είναι. Τα ανισοϋψή γράμματα του «ΑΡΕΛΑΒΟΝ» που εξέχουν ξεκάθαρα από την ευθεία των άλλων γραμμάτων είναι ένα ή δύο. Αυτό παρατηρείται σε γραπτά κείμενα των υστερορωμαϊκων/βυζαντινών χρόνων, χώρις όμως να καταλάβουμε αν αυτό ειναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής. Εναλλακτικά, η ανισουψής γραφή του ΑΡΕΛΑΒΟΝ ίσως οφείλεται και στο ότι η επιγραφή δεν προοριζόταν για δημόσια θέα αλλά για πολύ συγκεκριμένη, παροδική χρήση και για το λόγο αυτό δεν έγινε πολύ προσεκτικά.

Ανάλογο πολύπλοκο συμπίλημα γραμμάτων σαν αυτό των επιγραφών που αποδίδεται ως «ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΟΣ» δε βρήκαμε, με μοναδική ίσως εξαίρεση το «ΔΙΖΑ ΑΛΚΟΥ» που έχει γραφτεί σε τριγωνική μορφή στα μάρμαρα του περιβόλου που βρέθηκαν στο Στρύμονα. Τα γκράφιτι στα μέλη του φράγματος του Στρυμόνα πάντως έχουν σίγουρα διαφορετική προέλευση, όπως σημειώσαμε στην εισαγωγή του κειμένου μας. Πολύπλοκα συμπιλήματα γραμμάτων υπάρχουν κατά τους υστερορωμαϊκούς ή βυζαντινούς χρόνους (δείτε για παράδειγμα εδω), αλλά θεωρούμε μάλλον απίθανο αυτο που βλέπουμε στην επιγραφή να είναι κάτι ανάλογο.

Πρίν τον 4ο π.Χ. αιώνα

4ος π.Χ. αιώνας

Ελληνιστική περίοδος (4ος – 1ος π.Χ. αιώνας)

Ρωμαϊκή περίοδος ή μεταγενέστερα

Άγνωστη χρονολόγηση (δε βρέθηκε η σχετική πληροφορία από εμάς στη βιβλιογραφία)

Χαράγματα (graffiti) και επιγραφές μαρμάρινων μελών του φράγματος του Στρυμόνα

ΠΟΣΟ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟ ΟΝΟΜΑ ΗΤΑΝ ΤΟ «ΗΦΑΙΣΤΙΩΝ»;

Ένα από τα ερωτήματα που τέθηκαν είναι το κάτα πόσο το «Ηφαιστίων» ήταν συνηθισμένο όνομα στις εποχές που μπορεί να χρονολογηθούν οι επιγραφές. Γιατί αν ήταν συνηθισμένο, τότε αν όντως στις επιγραφές αναγράφεται «ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΟΣ», η πιθανότητα να αντιστοιχεί σε κάποιον εργολάβο ή οποιοδήποτε άλλο Αμφιπολίτη δε θα ήταν αμελητέα. 

Για να απαντήσουμε σε αυτό ανατρέξαμε σε μεταπτυχιακή διατριβή που τιτλοφορείται «Το ονομαστικό της Αμφίπολης» και στην οποία έχουμε αναφερθεί και σε άλλα μας κείμενα. Στη διατριβή αυτή δίνεται ένας πίνακας με τα πιο συνηθισμένα ονόματα που καταγράφονται στην Αμφίπολη από τους αρχαϊκούς εώς και τους υστερορωμαϊκούς χρόνους. Το «Ηφαιστίων» όχι μόνο απουσιάζει από αυτό τον πίνακα, αλλά δεν εντοπίζεται ούτε μία φορά. Αν μέναμε στα δεδομένα αυτού του πίνακα θα καταλήγαμε πως η εμφάνισή του «ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΟΣ» στην επιγραφή θα είναι μάλλον απίθανο να παρέπεμπε σε κάποιον άγνωστο σε εμάς Αμφιπολίτη, αφου οι Αμφιπολίτες με αυτό το όνομα ήταν ελάχιστοι: το πιο πιθανό θα είναι να αναφέρεται στο στρατηγό του Μ. Αλεξάνδρου.

table

Το «Ηφαιστίων» ωστόσο εμφανίζεται σε άλλες περιπτώσεις εκτός Αμφιπόλεως: ένα παράδειγμα είναι η επιτύμβια στήλη των ελληνιστικών χρόνων από τη Δημητριάδα ενώ γνωστή είναι και η περίπτωση του ψηφοθέτη Ηφαιστίωνα από την Πέργαμο. Άλλες αναφορές που βρήκαμε υπάρχουν σε επιγραφές ή νομίσματα από τη Δήλο, την Κνίδο, τη Λυδία, την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια, ενώ σίγουρα υπάρχουν περισσότερες.

Με λίγα λόγια η παντελής απουσία του ονόματος «Ηφαιστίων» από επιγραφικά ευρήματα της Αμφίπολης ίσως είναι τυχαίο γεγονός που οφείλεται στο περιορισμένο στατιστικό δείγμα ονομάτων που χρησιμοποιήθηκε για την παραπάνω μεταπτυχιακή εργασία. Άλλωστε, η Αμφίπολη ήταν Αθηναϊκη αποικία και θα περιμέναμε το Ηφαιστίων να μην ήταν «ξένο» όνομα για τους κατοίκους της (δεδομένου πως στην Αθήνα υπήρχε σημαντικός ναός αφιερωμένος στον Ήφαιστο).

Το δείγμα ονομάτων σίγουρα όμως δεν είναι αμελητέο και αυτό που σίγουρα μας δείχνουν τα αποτελέσματα της μεταπτυχιακής εργασίας είναι πως το «Ηφαιστίων» δεν ήταν ανάμεσα στα συνηθισμένα ονόματα της Αμφίπολης. Αν συνεπώς υιοθετήσουμε την αποψη των ανασκαφέων πως ο τύμβος Καστά ήταν ηρώο του Ηφαιστίωνα μοιάζει μάλλον δυσεξήγητη η σπανιότητα του ονοματος στην περιοχη (δεδομένου πως ο τύμβος Καστά ήταν ίσως από τα πιο επιβλητικά και σημαντικά μακεδονικά μνημεία). Ενδεικτικά, ονόματα σημαντικών προσώπων (π.χ. βασιλέων, στρατηγών) ή θεοτήτων που λατρεύονταν στην περιοχή της Αμφίπολης ή της Μακεδονίας/Θράκης ήταν πιο συνήθη, όπως διαβάζουμε στον πίνακα (Διόνυσος, Φίλιππος, Αρτεμίδωρος, Αντίγονος/Αντιγόνα, Λυσίμαχος κ.α.). Πως μπορεί να εξηγηθεί αυτό το παράδοξο;

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στην προσπάθειά μας να απανησουμε σε κάποια από τα ανοιχτά ερωτήματα που αφορούν την ερμηνεία των επιγραφών που βρέθηκαν σε μάρμαρα του περιβόλου του τύμβου Καστά πιστεύουμε πως αναδείξαμε πολλές ενδιαφέρουσες πτυχές του προβλήματος της απόδοσης του τύμβου ως ηρώο του Ηφαιστιώνα, καθώς και τις δυσκολίες που έχει η ερμηνεία των ευρημάτων. 

Για παράδειγμα, η μεμονωμένη μελέτη των «Α» και «Ω» της επιγραφής, τουλάχιστον με τη δική μας ερασιτεχνική ματιά, δε φαίνεται να προσφέρεται ούτε για ακριβή χρονολόγηση αλλά ούτε για να καθορίσει το ευρύ χρονικό πλαίσιο στο οποίο οι επιγραφές ανήκουν. Η απουσία του αρχαϊκού «Α» απο τις διαθέσιμες σε εμάς επιγραφές της Αμφίπολης των κλασσικών και ελληνιστικών χρόνων είναι αξιοπρόσεκτη, ωστόσο τα επιγραφικά δεδομένα από την Αμφίπολη είναι σίγουρα πολύ περισσότερα. Επίσης, οι περισσότερες από τις επιγραφές που βρήκαμε προορίζονταν για δημόσια θέα και ο τρόπος χάραξής τους ίσως διαφέρει από τις επιγραφές που βρέθηκαν στα μάρμαρα του τύμβου Καστά, των οποίων η χρήση ίσως ήταν παρωδική. Η σπανιότητα του ονόματος «Ηφαιστίωνας» στην Αμφίπολη αυξάνει τις πιθανότητες το συμπίλημα να αναφέρεται στον στρατηγό του Μ. Αλεξάνδρου, από την άλλη όμως η σπανιότητα αυτή είναι δυσεξήγητη αν όντως ο Ηφαιστίωνας λατρεύτηκε στο σημαντικότατο αυτό μνημείο. Και φυσικά όλα αυτά δε θα έχουν νόημα να διερευνηθούν σε βάθος πρωτού η ερμηνεία του συμπιλήματος ως «Ηφαιστίωνος» γίνει με μεγαλύτερη βεβαιότητα. 

Σε κάθε περίπτωση, αυτο που εμείς πιστευόυμε είναι πως τα σενάρια που επιτρέπουν την την ταυτόχρονη εξήγηση όλων των επιγραφικών δεδομένων σε συνδυασμό με την προτεινόμενη χρονολόγηση και τη μεγαλοπρέπεια του μνημείου είναι ελάχιστα. Το ότι το μνημείο προοριζόταν για λατρεία του Ηφαιστίωνα, θεωρούμε πως είναι το επικρατέστερο.  

Για παράδειγμα, τα Η+Φ που φαινεται να κυριαρχούν στο ρόδακα των θαλάμων και στο μονόγραμμα ταιριαζουν στο Ηδωνής Φυλλίδος, ηρώο της οποίας περιγράφεται από τον Αντίπατρο τον Θεσσαλονικεύς (1ος π.Χ. αιώνας):

Στρυμόνι και μεγάλω πεπολισμένη Ελλησπόντω
ηρίον Ηδωνής Φυλλίδος, Αμφίπολι,
λοιπά τοι Αιθοπίης Βραυρωνίδος ίχνια νηού μίμνει,
και ποταμού ταμφιμάχητον ύδωρ
την δε ποτ` Αιγείδαις μεγάλην έριν, ως αλιανθές τρύχος,
επ` αμφοτέραις δερκόμεθ` ηιόσι.

Φυσικά πολλά από τα υπόλοιπα γράμματα που βλέπουμε στο μονόγραμμα των επιγραφών δεν έχουν θέση στο Ηδωνής Φυλλίδος, ενώ επίσης θα μας έκανε εντύπωση αν ο τύμβος με χαρακτηριστικά πολεμικού μνημείου (π.χ. λέοντας στην κορυφή, ασπίδες κλπ) αναφερόταν στη Φυλλίδα.

Οι επιγραφές μοιάζουν να μην προορίζονται για δημόσια θέα όπως προκύπτει από τον φαινομενικά πρόχειρο τρόπο γραφής τους αλλά και το περιεχόμενό τους. Οι διαφορές που παρατηρούμε μεταξύ των δύο επιγραφών τόσο στο γραφικό χαρακτήρα και στην απόδοση του μονογράμματος υποδεικνύουν πως μάλλον γράφτηκαν από διαφορετικά πρόσωπα, κανένα από τα οποία δεν είχε την κυριότητα του μονογράμματος. Όλα αυτά χαρακτηριστικά αυτά συναύδουν με την υπόθεση πως οι επιγραφές είχαν χρήση απλού συμβολαίου κατασκευής.

Αν λοιπόν υιοθετήσουμε την άποψη πως ο τύμβος προοριζόταν για ηρώο του Ηφαιστίωνα, ευρήματα άλλων μελετών αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για το κατα πόσο το ηρώο αυτό κατέληξηε όντως να χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας του συγκεκριμένου προσώπου. Για παράδειγμα, η σπανιότητα του ονόματος «Ηφαιστίων» στην Αμφίπολη, παρά την πρόθεση καθιέρωσης λατρείας, ίσως εξηγείται από το ότι ο τύμβος Καστά δε χρησιμοποιήθηκε ποτέ για το σκοπο που αρχικά προοριζόταν και αυτό γιατί είναι λογικό να μην ολοκληρώθηκε η κατασκευή του πριν το θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (μόλις λιγους μήνες μετά το θάνατο του Ηφαιστίωνα). Υποθέτουμε πως η κατασκευή του τύμβου Καστά μάλλον συνεχίστηκε προς όφελος ενός ή περισσοτέρων επιγόνων, ο ρόλος του Ηφαιστίωνα υποβαθμίστηκε στην ιστορική μνήμη (όπως άλλωστε είναι γνωστό) και συνεπώς η χρήση και ο ρόλος του μνημείου της Αμφίπολης άλλαξαν από τα πρώτα χρόνια ύπαρξής του.

Πηγές

(1) Α. Κεραμόπουλος, Αρχαία εξ Αμφιπόλεως/Αιγηνίτικα, 1934
(2) Γ. Μπακαλάκης: “Θρακικά χαράγματα εκ του παρά  την Αμφίπολιν φράγματος του Στρυμώνος”,  Θρακικά. Τόμος 13. Εν Αθήναις 1940, σ. 432
(3) Πρακτικά Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1956-1990

(4) Τα χαράγματα στα μαρμάρινα μέλη του περιβόλου (μέρος 1ο)
(5) Τα χαράγματα στα μαρμάρινα μέλη του περιβόλου (μέρος 2ο)
(6) Παπανικολάου Ξένια Θεωνά, Το ονομαστικό της Αμφίπολης, ΑΠΘ, 2013
(
7) http://www.amphipolis.gr (φωτογραφίες)
(8) Bradley Hudson McLean, An Introduction to Greek Epigraphy of the Hellenistic and Roman Periods from Alexander the Great Down to the Reign of Constantine (323 B.C.-A.D. 337), University of Michigan Press, 2002
(9) Americal School for Classical Studies at Athens (πηγή φωτογραφιών φράγματος Στρυμόνα)
(
10) Bild index (πηγή φωτογραφιών από τις βασιλικές της Αμφίπολης)
(11) Ορφική και Πλατωνική Θεωρία (αναφορά του ονόματος Ηφαιστίωνας σε νομίσματα)
(12) Δήμητρα Μαλαμίδου, Ανασκαφικά στοιχεία για την παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή των εκβολών του Στρυμόνα πριν από την ίδρυση της Αμφίπολης : Εννέα Οδοί και Άργιλος, ΑΕΜΘ 20, (2006)
(13) Ιστοσελίδα Δ. Μαλαμίδου (Acedemia.edu)

(14) Α. Κακαμανούδης, Τεχνικές ζωγραφικής στην αρχαία Ελλάδα (μτπχ. εργασία), ΑΠΘ, 2012
(15) M. B. Hatzopoulos, Actes De Vente D’ Amphipolis, ACTES DE VENTE D’AMPHIPOLIS, Μελετήματα 14, 1991
(16) Dimitrios Lazaridis, Trois nouveaux contrats de vente à Amphipolis, Bulletin de correspondance hellénique. Volume 85, 1961. pp. 426-434
(17) Emmanuel Voutiras, Victa Macedonia : remarques sur une dédicace d’Amphipolis, Bulletin de correspondance hellénique. Volume 110, livraison 1, 1986. pp. 347-355
(18) Jahreshefte des Österreichischen Archäologischen Institutes in Wien, Band I, 1898, page 181

(19) Δήμητρα Μαλαμίδου, 
Άμπελος και οίνος στην περιοχή της Αμφίπολης κατά την αρχαιότητα, Οίνον Ιστορώ (Τα οινόπεδα του Παγγαίου), 2007
(20) János György Szilágyi: Ancient Art. Department of Antiquities Handbook of the Permanent Exhibition Room V – 5
(21) Ιστοσελίδα Παντελή Νιγδέλη (academia.edu) (σειρά εργασιών «Μακεδονικά Επιγραφικά»)
(22) «Mία επίδοσις ‘εἰς ἔλαιον’ από την Aμφίπολη στα τέλη του 2ου αι. π.X. (Παρατηρήσεις στο ψήφισμα SEG XXX 546)», A΄ Πανέλληνιο Συνέδριο Eπιγραφικής 22-23 Oκτ. 1999, Θεσσαλονίκη 2001 91-109
(23)  GREEK PALEOGRAPHY (Fonts for ancient Greek) (Περιλαμβάνει εξαιρετική εισαγωγή στην ελληνική παλαιογραφία)
(24) Control marks on Hellenistic royal coinages: use, and evolution towards simplification?, Revue belge de Numismatique, 158, 2012, p. 39-62.
(25) Αριάδνη Παπαφωτίου, «ΑΜΦΙΠΟΛΗ: Οι παραστάσεις των επιστυλίων -VIDEO- Φωτό»

Advertisements

2 thoughts on “Οι επιγραφές του τύμβου Καστά: απλές σκέψεις και παρατηρήσεις

  1. Θερμά συγχαρητήρια για την ιστοσελίδα. Προωθεί καινούργια στοιχεία στην έρευνα και όχι μόνον για το συγκεκριμένο εύρημα. Πρέπει να την κάνετε γνωστή σε διάφορα άλλες ιστοσελίδες με αρχαιογνωστικά θέματα.

    Μαθαίνουμε ότι η κα Περιστέρη πρόκειται να συνταξιοδοτηθεί , εφ όσον έχει συμπληρώσει την τριακονταπενταετία. Νομικά εντός έξι
    ετών πρέπει να δημοσιεύσει όλη την ανασκαφή και τα ευρήματα – συμπεράσματα. Να είμαστε γεροί και δυνατοί έως τότε !

    Πολλές ευχές σε όλους.
    Pauline

    Αρέσει σε 1 άτομο

    • Pauline, ευχαριστούμε πολύ για τα καλά σου λόγια! Χαιρόμαστε πολύ που σου αρέσει η σελίδα και φυσικά είναι καλοδεχούμενη η συμβουλή σου να την προβάλουμε σε χώρους με αρχαιογνωστική θεματολογιά.

      Θερμές ευχές και από εμάς,

      Ελένα, Ηλίας

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s