Τα χαράγματα στα μάρμαρα του περιβόλου (μέρος 2ο)

Σε αυτό το άρθρο δίνουμε μερικά ακόμα στοιχεία που ενισχύουν την άποψη πως τα χαράγματα ενεγράφησαν στα αποσπασμένα μάρμαρα του περιβόλου τους μεταχριστιανικούς αιώνες. Στην πρώτη ενότητα αναλύουμε το σκεπτικό μας βάσει του οποίου τα χαράγματα πρέπει να έγιναν μεταξύ 2ου και 6ου αιώνα μ.Χ. Στη δεύτερη ενότητα δίνουμε μια σειρά παραδειγμάτων με ονόματα στα μάρμαρα του περιβόλου που χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τους μεταχριστιανικούς αιώνες.

Τύπος γραφής και χρονολόγηση χαραγμάτων

Πολλά από τα χαράγματα έχουν την δομή που βλέπουμε στις παρακάτω φωτογραφίες μελών του περιβόλου. Αριστερά βλέπουμε ένα δόμο πριν αυτός εντοιχιστεί στο σύγχρονο βάθρο του λέοντα της Αμφίπολης. Η μεσαία φωτό ανήκει σε ένα από τα εκατοντάδες μαρμάρινα μέλη που πλέον βρίσκονται  δίπλα στο λέοντα, ενώ δεξιά ένα αντίστοιχο μέλος που εντοπίστηκε στις βασιλικές της Αμφίπολης και φέρει παρόμοιου τύπου χάραγμα.

Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο μας για τα χαράγματα, πρόσφατες εργασίες χρονολογούν την εγγραφή τους αρκετά αργότερα του 1ου αιώνα π.Χ., σε αντίθεση δηλαδή με την πρόταση του καθ. Μπακαλάκη. Καθώς δεν έχουμε ακόμα πρόσβαση σε αυτές τις εργασίες, αναρωτηθήκαμε ποια θα μπορούσαν να είναι μερικά στοιχεία που οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα, πέρα από τα όσα αναφέρθηκαν στο προηγούμενο άρθρο. Πιθανώς, ένα από αυτά να είναι και ο τρόπος γραφής των ονομάτων.

Στα τρία παραδείγματα που δίνονται παραπάνω, παρατηρούμε τη χρήση χαρακτήρων που συνδυάζουν δύο γράμματα. Το πιο εμφανές παράδειγμα είναι το «ΟΥ», όπου οι δύο γραμμές του ύψιλον τοποθετούνται πάνω από το όμικρον (Ȣ). Τέτοιου είδους σύμβολα αναφέρονται ως «λιγατούρες» (ligatures) ή «μονογράμματα» (σε πολλές περιπτώσεις αυτοί οι δύο όροι διαχωρίζονται, χωρίς όμως να είμαστε απολύτως σίγουροι πως γίνεται αυτός ο διαχωρισμός). Οι λιγατούρες άρχισαν να χρησιμοποιούνται στην καθημερινή γραφή με σκοπό να εξοικονομηθεί χώρος. Η χρήση τους κατά τους ελληνιστικούς χρόνους φαίνεται και σε νομίσματα (εκεί αναφέρονται ως μονογράμματα). Η τοποθέτησή τους στα νομίσματα προσδιορίζει τον χαράκτη, ή τον εκάστοτε τοπικό διοικητή ή βασιλία της περιόδου που γινόταν η κοπή των νομισμάτων. Δεν εφαρμόζονται σε επιγραφές.

Η χρήση λιγατούρων γίνεται αρκετά συνήθης στους βυζαντινούς και μεσαιωνικούς χρόνους, αν και η εμφανισή τους σε επιγραφές χρονολογείται από τα ρωμαϊκά χρόνια. Από μια σύντομη επισκόπηση εργασιών βρήκαμε πως επιγραφές στις οποίες χρησιμοποιούνται λιγατούρες χρονολογούνται μετά τον 2ο μ.Χ. αιώνα, συνεπώς πιστεύουμε πως τα χαράγματα δε μπορεί να έγιναν νωρίτερα.

Ως προς την ύστατη ημερομηνία πιθανής εγγραφής των ονομάτων παρατηρούμε τα εξής: οι Στέλλα και Στήβεν Μίλλερ, που κατηγοριοποίησαν όλα τα μαρμάρινα μέλη που βρέθηκαν στο φράγμα του Στρυμόνα διαπίστωσαν πως χαράγματα υπήρχαν μόνο σε μέλη που σήμερα ξέρουμε πως ανήκουν στον περίβολο, δηλαδή στα γείσα, τους ορθοστάτες και τις βάσεις. Όλα τα άλλα μαρμάρινα μέλη του φράγματος που φέρεται να ανήκαν στον Καστά ή σε άλλα μνημεία (π.χ. κίονες, ασπίδες, λέοντας) δεν είχαν χαράγματα. Αυτό σημαίνει πως τα μέλη του περιβόλου είχαν συγκεντρωθεί σε μια περιοχή ή μια κατασκευή, προσβάσιμη σε αρκετούς περίοικους ή στρατιώτες οι οποίοι είναι αυτοί που πιθανόν χάραξαν τα ονόματά τους. Άλλα μέλη του τύμβου χρησιμοποιήθηκαν σε διαφορετικές περιοχές, λιγότερο εκτεθειμένες. Ακολούθως, τα μέλη του περιβόλου διασκορπίστηκαν ξανά για χρήση σε άλλες κατασκευές, μεταξύ αυτών και οι βασιλικές της Αμφίπολης, το φράγμα του Στρυμόνα κ.α. Με λίγα λόγια τα χαράγματα πρέπει να έγιναν πριν απο αυτό το διασκορπισμό. Το ότι συνεπώς βλέπουμε μαρμάρινα μέλη με χαράγματα και στις βασιλικές της Αμφίπολης, που ξέρουμε πως χτίστηκαν μεταξυ 5ου και 6ου αιιώνα μ.Χ., πιστεύουμε πως περιορίζει χρονικά την περίοδο χάραξης των ονομάτων μεταξύ 2ου και 6ου αιώνα μ.Χ.

Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο σχετικό άρθρο, η χάραξη των ονομάτων πρέπει αναγκαστικά να έγινε μετά την αποδόμηση του περιβόλου του τύμβου Καστά από τους Ρωμαίους. Αν τα χαράγματα είχαν γίνει κατά την εισβολή των Θρακών τον 1ο π.Χ. αιώνα, όπως σημειώνεται σε διάφορες εργασίες και βιβλία, θα είχαμε μεγάλη δυσκολία να αποδώσουμε την καταστροφή του περιβόλου στους Ρωμαίους (χωρίς, βέβαια, να απορρίπτουμε πλήρως αυτή την πιθανότητα). Η πιθανότητα η χάραξη να έγινε μεταξύ 2ου και 6ου π.Χ. είναι σίγουρα πιο συναφής με τα ως τώρα δεδομένα που έχουμε ακούσει κατά καιρούς από τους ανασκαφείς σχετικά με την ιστορία του τύμβου Καστά και την αποδόμησή του, η οποία ίσως έγινε για τη χρήση του μαρμάρου ως υλικού ανοικοδόμησης της Αμφίπολης τον 1ο μ.Χ. αιώνα.

Περιεχόμενο χαραγμάτων

Η εύρεση ονομάτων στα αποσπασμένα μαρμάρινα μέλη του Καστά αλλά και σε άλλα μνημεία της Αμφίπολης είναι τεράστιας σημασίας αφού μας δίνει σημαντικά στοιχεία τόσο για τη μετακίνηση πληθυσμών στην Αμφίπολη, όσο και για τη χρονολόγηση ιστορικών γεγονότων.

Για παράδειγμα η παρουσία του ονόματος Καυνία Ματτιλiα Αφροδιτώ, χαραγμένο σε κάποια επιτύμβια στήλη, μαρτυρεί τη γεωγραφική κινητικότητα από πόλεις της Μ. Ασίας στην Αμφίπολη. Πρόκειται μάλλον για απόγονο της οικογένειας της Ιταλίας Mattilii, η οποία φαίνεται να είχε μεταναστεύσει αρχικά στην Καρία της Μ. Ασίας και μετά στην Αμφίπολη από την Καρία (2). Το Καυνία είναι εθνικό και υποδηλώνει καταγωγή από την Καύνο της Καρίας.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η οικογένεια Poponii, η οποία μαρτυρείται από χαράγματα κι επιγραφές κατά τον 2ο-3ο αι. μ.Χ στην Αμφίπολη. Εκπροσωπείται από την Ποπωνία Πώλλα και την κόρη της Ποπωνία Πο(υ)πιλλία που φέρουν ως supernomina τα ονόματα Δωρίς και Νηνακους και τα οποία εντοπίζονται μόνο στον Ξάνθο της Λυκίας. Οι μελετητές συνεπώς, υποθέτουν ότι οι Poponii είχαν μεταναστεύσει στην Αμφίπολη από τον Ξάνθο της Λυκίας (2).

Σημαντικές πληροφορίες αντλούνται επίσης από επιγραφές και χαράγματα για τους Ρωμαίους που έζησαν ή πέρασαν από την Αμφίπολη, αφού 39 gentilicia απαντούν σε ρωμαικού τύπου ονόματα, τα οποία ακολουθούνται από ελληνικό cognomen και θεωρούνται απόδειξη για την απόδοση της ρωμαικής πολιτείας στους ντόπιους από τον αυτοκράτορα. Κατά ανάλογο τρόπο, χαράγματα και επιγραφές δίνουν πολύτιμα στοιχεία για πρόσωπα και άλλων αρχαίων χωρών τα οποία έζησαν ή πέρασαν από την Αμφίπολη (2).

Σχετικά με τα ονόματα που αναγράφονται στα μαρμάρινα μέλη που αποσπάστηκαν από το μνημείο του Καστά, μελετήκαν αρχικά από τους καθηγητές Κεραμόπουλο και Μπακαλάκη και εκτενέστερα αργότερα από μελετητές όπως οι Παπάζογλου, Καφταντζής, Mihailov και άλλους. Οι περισσότερες μελέτες συνοψίζονται στην εξαιρετική εργασία «Το ονομαστικό της Αμφίπολης».

Ένα παράδειγμα μελέτης των χαραγμάτων είναι αυτό που αναφέρεται στην εργασία του Γ.Μπακαλάκη. Το όνομα στο οποίο θα αναφερθούμε φαίνεται και στην 1η εικόνα του άρθρου, αλλά έχει βρεθεί και σε γείσα του κατεστραμμένου περιβόλου.

Στα χαράγματα διαβάζει κανείς Δ8ΛΙΒΙCΙΖΕ και ο καθηγητής Μπακαλάκης εξηγεί ότι πρόκειται για χάραγμα θρακικού ονόματος κι ότι στο συγκεκριμένο αναγνωρίζει το όνομα Δούλης που άλλοι τύποι του είναι το Δόλης, Δούλας, κλπ. Το αποδίδει στο σύνθετο όνομα Δούλης Βισιζέ(νεως) και το β’ συνθετικό του ΒΙCIΖΕ που ομοιάζει με το Διάζενις, Εβρίζενις καθώς και με το Βήσις.

Από μεταγενέστερη εργασία μαθαίνουμε ότι το όνομα Δουλης, το οποίο συναντάται ως προσωπικό όνομα σε 2 χαράγματα από το φράγμα του Στρυμόνα, ταξινομείται στη θρακική ονομαστική και σημασιολογικά αντιστοιχεί στην ελληνική λέξη ‘’θύελλα’’. Σε αυτή τη μορφή εμφανίζεται σπάνια στην Θράκη αλλά συναντάται συχνά στην Μακεδονία όπου φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα αγαπητό και η αρχαιότερη μαρτυρία του προέρχεται απο τη Δραβήσκο τον 4ο αι. π.Χ. Το όνομα Δουλης εμφανιζόταν συχνά και στη Μ.Ασία και κυρίως στη Φρυγία και έχει καταταχτεί στα προελληνικά ανθρωπωνύμια που προέρχονται από το βρυγικό υπόστρωμα, το οποίο ήταν κοινό στη Μακεδονία και τη βορειοδυτική Μ.Ασία (2).

Άλλα παραδείγματα:

Βίθυς ονομάζεται ένας Αμφιπολίτης που μνημονεύεται με την οικογένειά του σε κατάλογο μυστών από τη Σαμοθράκη. Το όνομα Βίθυς μνημονεύεται σε χάραγμα σε μαρμάρινο τεμμάχιο από το φράγμα του Στρυμόνα, ενώ κατά τον 2ο-3ο αι. μ.Χ. μαρτυρείται σε αναθηματική επιγραφή στο θεό Σουρεγέθη κατά τον 1ο αι. π.Χ. (37 π.Χ.). Το όνομα Βιτθις μαρτυρείται επίσης σε χάραγμα από το φράγμα του Στρυμόνα και αποτελεί πιθανότητα παραλλαγή του Βίθυς. Ο Βίθυς ήταν θεότητα της βλάστησης. Πρόκειται δηλαδή για θεωνύμιο που χρησιμοποιήθηκε ως ανθρωπωνύμιο. Παρότι θεωρείτο θρακικό όνομα αποδείχτηκε ότι είναι γηγενές (ηδωνικό;) προελληνικό και προθρακικό και ήταν πολύ αγαπητό στους Θράκες καθώς το έφερε ο μυθικός γενάρχης τους. Το όνομα έφερε επίσης κι ο επώνυμος ήρωας των Βιθυνών που κατάγονταν από την περιοχή του Στρυμόνα (2).

Το όνομα Διδης το οποίο υπάρχει σε χάραγμα του 2ου-3ου αι. μ.Χ. από το φράγμα του Στρυμόνα μαρτυρείται κατά τον 3ο αι. μ.Χ. στη Θράκη και προβάλλεται με τα ονόματα Διδας, Δειδας, Δειδίκυρος, Δειδις, Δειδος και Διδαυος. Θεωρείται γενικά παιονικό. Παραλλαγές του μαρτυρούνται στη Μακεδονία, τη Σερδική, την Όλβια και στη Μ.Ασία. Πρόκειται για ομάδα μη ελληνικών ονομάτων που συνδέουν τη Μακεδονία με τη Μ. Ασία (Φρυγία) και το βρυγικό υπόστρωμα πληθυσμού (2).

Το όνομα Ταρσις μαρτυρείται 2 φορές σε χαράγματα στα μαρμάρινα τεμμάχια του φράγματος του Στρυμόνα και συναντάται στη Θράκη κατά τον 1ο αιώνα. Η παραλλαγή του όμως Ταρσας εμφανίζεται στη Μακεδονία και τη Θάσο ενώ από την μελετήτρια Παπάζογλου το Ταρσις παραβάλλεται με τα επίθετα Τάρσιος και Ταρσήνη του Απόλλωνα και της Μητέρας των Θεών, τα οποία μαρτυρόνται στη Λυδία και κατατάσσονται στα ανθρωπωνύμια που μαρτυρούν τους ονομαστικούς δεσμούς ανάμεσα στη Μακεδονία και τη Λυδία (2).

Στο τέλος της εργασίας ΄Το ονομαστικό της Αμφίπολης’, μπορεί κανείς να διαβάσει την αναλυτική ιστορία όλων των ονομάτων των χαραγμάτων και επιγραφών της Αμφίπολης, ταξινομημένα σε πίνακες.

Πηγές

(1) Τα χαράγματα στα μαρμάρινα μέλη του περιβόλου (μέρος 1ο)
(2) Παπανικολάου Ξένια Θεωνά, Το ονομαστικό της Αμφίπολης, ΑΠΘ, 2013 (και αναφορές υποσημείωσης 185)
(3) Γ. Μπακαλάκης: “Θρακικά χαράγματα εκ του παρά  την Αμφίπολιν φράγματος του Στρυμώνος”,  Θρακικά. Τόμος 13. Εν Αθήναις 1940, σ. 432
(4) Πιθανές θέσεις στις οποίες κατέληξε το λιθολογημένο υλικό του ταφικού μνημείου στο λόφο Καστά
(5) Bradley Hudson McLean, An Introduction to Greek Epigraphy of the Hellenistic and Roman Periods from Alexander the Great Down to the Reign of Constantine (323 B.C.-A.D. 337), University of Michigan Press, 2002
(6) David Moore Robinson, Inscriptions from Macedonia, 1938, Transactions and Proceedings of the American Philological Association, Vol. 69 (1938), pp. 43-76
(7) Marcus N. Tod, Greek Inscriptions from Macedonia, The Journal of Hellenic Studies, Vol. 42, Part 2 (1922), pp. 167-183
(8) Ephrat Habas (Rubin), The Dedication of Polycharmos from Stobi: Problems of Dating and Interpretation, The Jewish Quarterly Review, Vol. 92, No. 1/2 (Jul. – Oct., 2001), pp. 41-78
(9) Arthur M. Woodward, Inscriptions from Beroea in Macedonia, The Annual of the British School at Athens, Vol. 18 (1911/1912), pp. 133-165
(10) A. J. B. Wace and A. M. Woodward, Inscriptions from Upper Macedonia, The Annual of the British School at Athens, Vol. 18 (1911/1912), pp. 166-188
(11) Americal School for Classical Studies at Athens (πηγή 1ης φωτογραφίας)
(
12) Bild index (πηγή φωτογραφιών από τις βασιλικές της Αμφίπολης)
(13) Ορφική και Πλατωνική Θεωρία (πηγή 2ης φωτογραφίας)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s